Lamentações 3

Modern Greek (GREEK) vs NAA

Sair da comparação
NAA Nova Almeida Atualizada 2017
1 Εγω ειμαι ο ανθρωπος, οστις ειδον θλιψιν απο της ραβδου του θυμου αυτου.
1 Eu sou o homem que viu a aflição causada pela vara do furor de Deus.
2 Με ωδηγησε και εφερεν εις σκοτος και ουχι εις φως.
2 Ele me levou e me fez andar nas trevas e não na luz.
3 Ναι, κατ' εμου εστραφη· κατ' εμου εστρεψε την χειρα αυτου ολην την ημεραν.
3 Certamente ele voltou a sua mão contra mim, sem parar, todo o dia.
4 Επαλαιωσε την σαρκα μου και το δερμα μου· συνετριψε τα οστα μου.
4 Fez envelhecer a minha carne e a minha pele, e despedaçou os meus ossos.
5 Ωικοδομησε κατ' εμου και με περιεκυκλωσε χολην και μοχθον.
5 Construiu rampas de ataque contra mim e me cercou de amargura e dor.
6 Με εκαθισεν εν σκοτεινοις ως νεκρους αιωνιους.
6 Ele me faz habitar na escuridão, como aqueles que morreram há muito tempo.
7 Με περιεφραξε, δια να μη εξελθω· εβαρυνε τας αλυσεις μου.
7 Cercou-me de um muro, e já não posso sair; prendeu-me com pesadas correntes.
8 Ετι και οταν κραζω και αναβοω, αποκλειει την προσευχην μου.
8 Mesmo quando clamo e grito, ele fecha os ouvidos à minha oração.
9 Περιεφραξε με πελεκητους λιθους τας οδους μου, εστρεβλωσε τας τριβους μου.
9 Fechou os meus caminhos com blocos de pedra, fez tortuosas as minhas veredas.
10 Εγεινεν εις εμε αρκτος ενεδρευουσα, λεων εν αποκρυφοις.
10 Foi para mim como um urso à espreita, como um leão pronto para atacar.
11 Παρετρεψε τας οδους μου και με κατεσπαραξε, με κατεστηαεν ηφανισμενην.
11 Desviou os meus caminhos e me fez em pedaços; depois me abandonou.
12 Ενετεινε το τοξον αυτου και με εστησεν ως σκοπον εις βελος.
12 Entesou o seu arco e me pôs como alvo de suas flechas.
13 Ενεπηξεν εις τα νεφρα μου τα βελη της φαρετρας αυτου.
13 As flechas da sua aljava atingiram o meu coração.
14 Εγεινα γελως εις παντα τον λαον μου, ασμα αυτων ολην την ημεραν.
14 Fui feito motivo de riso para todo o meu povo, e a sua canção de deboche o dia inteiro.
15 Με εχορτασε πικριαν· με εμεθυσεν αψινθιον.
15 Fartou-me de amarguras, e me saciou de absinto.
16 Και συνετριψε τους οδοντας μου με χαλικας· με εκαλυψε με σποδον.
16 Quebrou os meus dentes nas pedras, e cobriu-me de cinza.
17 Και απεσπρωξα, απο ειρηνης την ψυχην μου· ελησμονησα το αγαθον.
17 Já não sei o que é ter paz e esqueci o que é desfrutar do bem.
18 Και ειπα, Απωλεσθη η δυναμις μου και η ελπις μου υπο του Κυριου.
18 Então eu disse: “Não tenho mais forças. A minha esperança no
19 Ενθυμηθητι την θλιψιν μου και την εξωσιν μου, το αψινθιον και την χολην.
19 Lembra-te da minha aflição e do meu andar errante, do absinto e da amargura.
20 Η ψυχη μου ενθυμειται ταυτα ακαταπαυστως και ειναι τεταπεινωμενη εν εμοι.
20 Minha alma continuamente se lembra disso e se abate dentro de mim.
21 Τουτο ανακαλω εις την καρδιαν μου, οθεν εχω ελπιδα·
21 Quero trazer à memória o que pode me dar esperança.
22 Ελεος του Κυριου ειναι, οτι δεν συνετελεσθημεν, επειδη δεν εξελιπον οι οικτιρμοι αυτου.
22 As misericórdias do de não sermos consumidos, porque as suas misericórdias não têm fim;
23 Ανανεονονται εν ταις πρωιαις· μεγαλη ειναι η πιστοτης σου.
23 renovam-se cada manhã. Grande é a tua fidelidade.
24 Ο Κυριος ειναι η μερις μου, ειπεν η ψυχη μου· δια τουτο θελω ελπιζει επ' αυτον.
24 A minha porção é o Senhor , diz a minha alma; portanto, esperarei nele.
25 Αγαθος ο Κυριος εις τους προσμενοντας αυτον, εις την ψυχην την εκζητουσαν αυτον.
25 O Senhor é bom para os que esperam nele, para aqueles que o buscam.
26 Καλον ειναι και να ελπιζη τις και να εφησυχαζη εις την σωτηριαν του Κυριου.
26 Bom é aguardar a salvação do e isso, em silêncio.
27 Καλον εις τον ανθρωπον να βασταζη ζυγον εν τη νεοτητι αυτου.
27 Bom é para o homem suportar o jugo na sua mocidade.
28 Θελει καθησθαι κατα μονας και σιωπα, επειδη ο Θεος επεβαλε φορτιον επ' αυτον.
28 Que ele se assente solitário e fique em silêncio, porque esse jugo Deus pôs sobre ele.
29 Θελει βαλει το στομα αυτου εις το χωμα, ισως ηναι ελπις.
29 Ponha a sua boca no pó; talvez ainda haja esperança.
30 Θελει δωσει την σιαγονα εις τον ραπιζοντα αυτον· θελει χορτασθη απο ονειδισμου.
30 Dê a face ao que o fere e suporte todas as afrontas.
31 Διοτι ο Κυριος δεν απορριπτει εις τον αιωνα·
31 O Senhor não rejeitará para sempre.
32 Αλλ' εαν και θλιψη, θελει ομως και οικτειρησει κατα το πληθος του ελεους αυτου.
32 Ainda que entristeça alguém, terá compaixão segundo a grandeza das suas misericórdias.
33 Διοτι δεν θλιβει εκ καρδιας αυτου ουδε καταθλιβει τους υιους των ανθρωπων.
33 Porque não aflige nem entristece de bom grado os filhos dos homens.
34 Το να καταπατη τις υπο τους ποδας αυτου παντας τους δεσμιους της γης.
34 Pisar debaixo dos pés todos os prisioneiros da terra,
35 Το να διαστρεφη κρισιν ανθρωπου κατεναντι του προσωπου του Υψιστου·
35 perverter o direito do homem diante do Altíssimo,
36 Το να αδικη ανθρωπον εν τη δικη αυτου· ο Κυριος δεν βλεπει ταυτα.
36 subverter a justiça num processo — será que o Senhor não veria tais coisas?
37 Τις λεγει τι και γινεται, χωρις να προσταξη αυτο ο Κυριος;
37 Quem é aquele que diz, e assim acontece, sem que o Senhor o tenha ordenado?
38 Εκ του στοματος του Υψιστου δεν εξερχονται τα κακα και τα αγαθα;
38 Por acaso, não é da boca do Altíssimo que procedem tanto o mal como o bem?
39 Δια τι ηθελε γογγυσει ανθρωπος ζων, ανθρωπος, δια την ποινην της αμαρτιας αυτου;
39 Por que se queixa o homem? Queixe-se cada um dos seus próprios pecados.
40 Ας ερευνησωμεν τας οδους ημων και ας εξετασωμεν και ας επιστρεψωμεν εις τον Κυριον.
40 Examinemos bem os nossos caminhos e voltemos para o
41 Ας υψωσωμεν τας καρδιας ημων και τας χειρας προς τον Θεον τον εν τοις ουρανοις, λεγοντες,
41 Levantemos o coração, juntamente com as mãos, para Deus nos céus, dizendo:
42 Ημαρτησαμεν και απεστατησαμεν· συ δεν μας συνεχωρησας.
42 “Nós pecamos e fomos rebeldes, e tu não nos perdoaste.”
43 Περιεκαλυψας με θυμον και κατεδιωξας ημας· εφονευσας, δεν εφεισθης.
43 Cobriste-nos de ira e nos perseguiste; nos mataste sem dó nem piedade.
44 Εκαλυψας σεαυτον με νεφος, δια να μη διαβαινη η προσευχη ημων.
44 De nuvens te encobriste para que a nossa oração não passe.
45 Μας εκαμες σκυβαλον και βδελυγμα εν μεσω των λαων.
45 Como lixo e refugo nos puseste no meio dos povos.
46 Παντες οι εχθροι ημων ηνοιξαν το στομα αυτων εφ' ημας.
46 Todos os nossos inimigos abriram a boca contra nós.
47 Φοβος και λακκος ηλθον εφ' ημας, ερημωσις και συντριμμος.
47 Sobre nós vieram o temor e a cova, a desolação e a ruína.
48 Ρυακας υδατων καταβιβαζει ο οφθαλμος μου δια τον συντριμμον της θυγατρος του λαου μου.
48 Dos meus olhos correm rios de lágrimas, por causa da destruição da filha do meu povo.
49 Ο οφθαλμος μου σταλαζει και δεν σιωπα, διοτι δεν εχει ανεσιν,
49 Os meus olhos choram, não cessam, e não há descanso,
50 Εωσου ο Κυριος διακυψη και ιδη εξ ουρανου.
50 até que o Senhor atenda e veja lá do céu.
51 Ο οφθαλμος μου καταθλιβει την ψυχην μου, εκ πασων των θυγατερων της πολεως μου.
51 O que vejo entristece a minha alma: o sofrimento de todas as filhas da minha cidade.
52 Οι εχθρευομενοι με αναιτιως με εκυνηγησαν ακαταπαυστως ως στρουθιον.
52 Aqueles que sem motivo são meus inimigos caçaram-me como se eu fosse uma ave.
53 Εκοψαν την ζωην μου εν τω λακκω και ερριψαν λιθον επ' εμε.
53 Lançaram-me vivo numa cova e atiraram pedras sobre mim.
54 Τα υδατα επλημμυρησαν υπερανω της κεφαλης μου· ειπα, Απερριφθην.
54 Águas correram sobre a minha cabeça; então eu disse: “Estou perdido!”
55 Επεκαλεσθην το ονομα σου, Κυριε, εκ λακκου κατωτατου.
55 Da mais profunda cova, Senhor , invoquei o teu nome.
56 Ηκουσας την φωνην μου· μη κλεισης το ωτιον σου εις τον στεναγμον μου, εις την κραυγην μου.
56 Ouviste a minha voz, quando pedi: “Não feches os teus ouvidos aos meus lamentos, ao meu clamor.”
57 Επλησιασας καθ' ην ημεραν σε επεκαλεσθην· ειπας, Μη φοβου.
57 No dia em que te invoquei, chegaste perto de mim e disseste: “Não tenha medo.”
58 Εδικασας, Κυριε, την δικην της ψυχης μου· ελυτρωσας την ζωην μου.
58 Defendeste a minha causa, Senhor; remiste a minha vida.
59 Ειδες, Κυριε, το προς εμε αδικον· κρινον την κρισιν μου.
59 Viste, Senhor , a injustiça que me fizeram; julga a minha causa.
60 Ειδες πασας τας εκδικησεις αυτων, παντας τους διαλογισμους αυτων κατ' εμου.
60 Viste toda a sua vingança, todos os seus planos contra mim.
61 Ηκουσας, Κυριε, τον ονειδισμον αυτων, παντας τους διαλογισμους αυτων κατ' εμου·
61 Ouviste as suas afrontas, todos os seus planos contra mim,
62 Τους λογους των επανισταμενων επ' εμε και τας μελετας αυτων κατ' εμου ολην την ημεραν.
62 as acusações que me fazem e o que murmuram contra mim, o dia todo.
63 Ιδε, οταν καθηνται και οταν σηκονωνται· εγω ειμαι το ασμα αυτων.
63 Observa-os quando se assentam e quando se levantam; eu sou motivo de zombaria para eles.
64 Καμε, Κυριε, εις αυτους ανταποδοσιν κατα τα εργα των χειρων αυτων.
64 Tu, Senhor , lhes retribuirás segundo a obra das mãos deles.
65 Δος εις αυτους πωρωσιν καρδιας, την καταραν· σου επ' αυτους.
65 Tu lhes darás dureza de coração, que é a tua maldição sobre eles.
66 Καταδιωξον εν οργη και αφανισον αυτους υποκατωθεν των ουρανων του Κυριου.
66 Na tua ira, os perseguirás, e eles serão eliminados de debaixo dos céus do

Ler em outra tradução

Comparar com outra

Estude este capítulo no WhatsApp

Peça à IA da Bíblia Fala para explicar Lamentações 3, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.