Lamentações 3

Modern Greek (GREEK) vs ARA

Sair da comparação
ARA Almeida Revista e Atualizada 1993
1 Εγω ειμαι ο ανθρωπος, οστις ειδον θλιψιν απο της ραβδου του θυμου αυτου.
1 Eu sou o homem que viu a aflição pela vara do furor de Deus.
2 Με ωδηγησε και εφερεν εις σκοτος και ουχι εις φως.
2 Ele me levou e me fez andar em trevas e não na luz.
3 Ναι, κατ' εμου εστραφη· κατ' εμου εστρεψε την χειρα αυτου ολην την ημεραν.
3 Deveras ele volveu contra mim a mão, de contínuo, todo o dia.
4 Επαλαιωσε την σαρκα μου και το δερμα μου· συνετριψε τα οστα μου.
4 Fez envelhecer a minha carne e a minha pele, despedaçou os meus ossos.
5 Ωικοδομησε κατ' εμου και με περιεκυκλωσε χολην και μοχθον.
5 Edificou contra mim e me cercou de veneno e de dor.
6 Με εκαθισεν εν σκοτεινοις ως νεκρους αιωνιους.
6 Fez-me habitar em lugares tenebrosos, como os que estão mortos para sempre.
7 Με περιεφραξε, δια να μη εξελθω· εβαρυνε τας αλυσεις μου.
7 Cercou-me de um muro, e já não posso sair; agravou-me com grilhões de bronze.
8 Ετι και οταν κραζω και αναβοω, αποκλειει την προσευχην μου.
8 Ainda quando clamo e grito, ele não admite a minha oração.
9 Περιεφραξε με πελεκητους λιθους τας οδους μου, εστρεβλωσε τας τριβους μου.
9 Fechou os meus caminhos com pedras lavradas, fez tortuosas as minhas veredas.
10 Εγεινεν εις εμε αρκτος ενεδρευουσα, λεων εν αποκρυφοις.
10 Fez-se-me como urso à espreita, um leão de emboscada.
11 Παρετρεψε τας οδους μου και με κατεσπαραξε, με κατεστηαεν ηφανισμενην.
11 Desviou os meus caminhos e me fez em pedaços; deixou-me assolado.
12 Ενετεινε το τοξον αυτου και με εστησεν ως σκοπον εις βελος.
12 Entesou o seu arco e me pôs como alvo à flecha.
13 Ενεπηξεν εις τα νεφρα μου τα βελη της φαρετρας αυτου.
13 Fez que me entrassem no coração as flechas da sua aljava.
14 Εγεινα γελως εις παντα τον λαον μου, ασμα αυτων ολην την ημεραν.
14 Fui feito objeto de escárnio para todo o meu povo e a sua canção, todo o dia.
15 Με εχορτασε πικριαν· με εμεθυσεν αψινθιον.
15 Fartou-me de amarguras, saciou-me de absinto.
16 Και συνετριψε τους οδοντας μου με χαλικας· με εκαλυψε με σποδον.
16 Fez-me quebrar com pedrinhas de areia os meus dentes, cobriu-me de cinza.
17 Και απεσπρωξα, απο ειρηνης την ψυχην μου· ελησμονησα το αγαθον.
17 Afastou a paz de minha alma; esqueci-me do bem.
18 Και ειπα, Απωλεσθη η δυναμις μου και η ελπις μου υπο του Κυριου.
18 Então, disse eu: já pereceu a minha glória, como também a minha esperança no
19 Ενθυμηθητι την θλιψιν μου και την εξωσιν μου, το αψινθιον και την χολην.
19 Lembra-te da minha aflição e do meu pranto, do absinto e do veneno.
20 Η ψυχη μου ενθυμειται ταυτα ακαταπαυστως και ειναι τεταπεινωμενη εν εμοι.
20 Minha alma, continuamente, os recorda e se abate dentro de mim.
21 Τουτο ανακαλω εις την καρδιαν μου, οθεν εχω ελπιδα·
21 Quero trazer à memória o que me pode dar esperança.
22 Ελεος του Κυριου ειναι, οτι δεν συνετελεσθημεν, επειδη δεν εξελιπον οι οικτιρμοι αυτου.
22 As misericórdias do Senhor são a causa de não sermos consumidos, porque as suas misericórdias não têm fim;
23 Ανανεονονται εν ταις πρωιαις· μεγαλη ειναι η πιστοτης σου.
23 renovam-se cada manhã. Grande é a tua fidelidade.
24 Ο Κυριος ειναι η μερις μου, ειπεν η ψυχη μου· δια τουτο θελω ελπιζει επ' αυτον.
24 A minha porção é o Senhor , diz a minha alma; portanto, esperarei nele.
25 Αγαθος ο Κυριος εις τους προσμενοντας αυτον, εις την ψυχην την εκζητουσαν αυτον.
25 Bom é o Senhor para os que esperam por ele, para a alma que o busca.
26 Καλον ειναι και να ελπιζη τις και να εφησυχαζη εις την σωτηριαν του Κυριου.
26 Bom é aguardar a salvação do Senhor , e isso, em silêncio.
27 Καλον εις τον ανθρωπον να βασταζη ζυγον εν τη νεοτητι αυτου.
27 Bom é para o homem suportar o jugo na sua mocidade.
28 Θελει καθησθαι κατα μονας και σιωπα, επειδη ο Θεος επεβαλε φορτιον επ' αυτον.
28 Assente-se solitário e fique em silêncio; porquanto esse jugo Deus pôs sobre ele;
29 Θελει βαλει το στομα αυτου εις το χωμα, ισως ηναι ελπις.
29 ponha a boca no pó; talvez ainda haja esperança.
30 Θελει δωσει την σιαγονα εις τον ραπιζοντα αυτον· θελει χορτασθη απο ονειδισμου.
30 Dê a face ao que o fere; farte-se de afronta.
31 Διοτι ο Κυριος δεν απορριπτει εις τον αιωνα·
31 O Senhor não rejeitará para sempre;
32 Αλλ' εαν και θλιψη, θελει ομως και οικτειρησει κατα το πληθος του ελεους αυτου.
32 pois, ainda que entristeça a alguém, usará de compaixão segundo a grandeza das suas misericórdias;
33 Διοτι δεν θλιβει εκ καρδιας αυτου ουδε καταθλιβει τους υιους των ανθρωπων.
33 porque não aflige, nem entristece de bom grado os filhos dos homens.
34 Το να καταπατη τις υπο τους ποδας αυτου παντας τους δεσμιους της γης.
34 Pisar debaixo dos pés a todos os presos da terra,
35 Το να διαστρεφη κρισιν ανθρωπου κατεναντι του προσωπου του Υψιστου·
35 perverter o direito do homem perante o Altíssimo,
36 Το να αδικη ανθρωπον εν τη δικη αυτου· ο Κυριος δεν βλεπει ταυτα.
36 subverter ao homem no seu pleito, não o veria o Senhor?
37 Τις λεγει τι και γινεται, χωρις να προσταξη αυτο ο Κυριος;
37 Quem é aquele que diz, e assim acontece, quando o Senhor o não mande?
38 Εκ του στοματος του Υψιστου δεν εξερχονται τα κακα και τα αγαθα;
38 Acaso, não procede do Altíssimo tanto o mal como o bem?
39 Δια τι ηθελε γογγυσει ανθρωπος ζων, ανθρωπος, δια την ποινην της αμαρτιας αυτου;
39 Por que, pois, se queixa o homem vivente? Queixe-se cada um dos seus próprios pecados.
40 Ας ερευνησωμεν τας οδους ημων και ας εξετασωμεν και ας επιστρεψωμεν εις τον Κυριον.
40 Esquadrinhemos os nossos caminhos, provemo-los e voltemos para o
41 Ας υψωσωμεν τας καρδιας ημων και τας χειρας προς τον Θεον τον εν τοις ουρανοις, λεγοντες,
41 Levantemos o coração, juntamente com as mãos, para Deus nos céus, dizendo:
42 Ημαρτησαμεν και απεστατησαμεν· συ δεν μας συνεχωρησας.
42 Nós prevaricamos e fomos rebeldes, e tu não nos perdoaste.
43 Περιεκαλυψας με θυμον και κατεδιωξας ημας· εφονευσας, δεν εφεισθης.
43 Cobriste-nos de ira e nos perseguiste; e sem piedade nos mataste.
44 Εκαλυψας σεαυτον με νεφος, δια να μη διαβαινη η προσευχη ημων.
44 De nuvens te encobriste para que não passe a nossa oração.
45 Μας εκαμες σκυβαλον και βδελυγμα εν μεσω των λαων.
45 Como cisco e refugo nos puseste no meio dos povos.
46 Παντες οι εχθροι ημων ηνοιξαν το στομα αυτων εφ' ημας.
46 Todos os nossos inimigos abriram contra nós a boca.
47 Φοβος και λακκος ηλθον εφ' ημας, ερημωσις και συντριμμος.
47 Sobre nós vieram o temor e a cova, a assolação e a ruína.
48 Ρυακας υδατων καταβιβαζει ο οφθαλμος μου δια τον συντριμμον της θυγατρος του λαου μου.
48 Dos meus olhos se derramam torrentes de águas, por causa da destruição da filha do meu povo.
49 Ο οφθαλμος μου σταλαζει και δεν σιωπα, διοτι δεν εχει ανεσιν,
49 Os meus olhos choram, não cessam, e não há descanso,
50 Εωσου ο Κυριος διακυψη και ιδη εξ ουρανου.
50 até que o Senhor atenda e veja lá do céu.
51 Ο οφθαλμος μου καταθλιβει την ψυχην μου, εκ πασων των θυγατερων της πολεως μου.
51 Os meus olhos entristecem a minha alma, por causa de todas as filhas da minha cidade.
52 Οι εχθρευομενοι με αναιτιως με εκυνηγησαν ακαταπαυστως ως στρουθιον.
52 Caçaram-me, como se eu fosse ave, os que sem motivo são meus inimigos.
53 Εκοψαν την ζωην μου εν τω λακκω και ερριψαν λιθον επ' εμε.
53 Para me destruírem, lançaram-me na cova e atiraram pedras sobre mim.
54 Τα υδατα επλημμυρησαν υπερανω της κεφαλης μου· ειπα, Απερριφθην.
54 Águas correram sobre a minha cabeça; então, disse: estou perdido!
55 Επεκαλεσθην το ονομα σου, Κυριε, εκ λακκου κατωτατου.
55 Da mais profunda cova, Senhor , invoquei o teu nome.
56 Ηκουσας την φωνην μου· μη κλεισης το ωτιον σου εις τον στεναγμον μου, εις την κραυγην μου.
56 Ouviste a minha voz; não escondas o ouvido aos meus lamentos, ao meu clamor.
57 Επλησιασας καθ' ην ημεραν σε επεκαλεσθην· ειπας, Μη φοβου.
57 De mim te aproximaste no dia em que te invoquei; disseste: Não temas.
58 Εδικασας, Κυριε, την δικην της ψυχης μου· ελυτρωσας την ζωην μου.
58 Pleiteaste, Senhor, a causa da minha alma, remiste a minha vida.
59 Ειδες, Κυριε, το προς εμε αδικον· κρινον την κρισιν μου.
59 Viste, Senhor , a injustiça que me fizeram; julga a minha causa.
60 Ειδες πασας τας εκδικησεις αυτων, παντας τους διαλογισμους αυτων κατ' εμου.
60 Viste a sua vingança toda, todos os seus pensamentos contra mim.
61 Ηκουσας, Κυριε, τον ονειδισμον αυτων, παντας τους διαλογισμους αυτων κατ' εμου·
61 Ouviste as suas afrontas, Senhor , todos os seus pensamentos contra mim;
62 Τους λογους των επανισταμενων επ' εμε και τας μελετας αυτων κατ' εμου ολην την ημεραν.
62 as acusações dos meus adversários e o seu murmurar contra mim, o dia todo.
63 Ιδε, οταν καθηνται και οταν σηκονωνται· εγω ειμαι το ασμα αυτων.
63 Observa-os quando se assentam e quando se levantam; eu sou objeto da sua canção.
64 Καμε, Κυριε, εις αυτους ανταποδοσιν κατα τα εργα των χειρων αυτων.
64 Tu lhes darás a paga, Senhor , segundo a obra das suas mãos.
65 Δος εις αυτους πωρωσιν καρδιας, την καταραν· σου επ' αυτους.
65 Tu lhes darás cegueira de coração, a tua maldição imporás sobre eles.
66 Καταδιωξον εν οργη και αφανισον αυτους υποκατωθεν των ουρανων του Κυριου.
66 Na tua ira, os perseguirás, e eles serão eliminados de debaixo dos céus do

Ler em outra tradução

Comparar com outra

Estude este capítulo no WhatsApp

Peça à IA da Bíblia Fala para explicar Lamentações 3, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.