Salmos 105

Modern Greek (GREEK) vs ACF

Sair da comparação
ACF Almeida Corrigida Fiel
1 Δοξολογειτε τον Κυριον· επικαλεισθε το ονομα αυτου· καμετε γνωστα εν τοις λαοις τα εργα αυτου.
1 Louvai ao SENHOR, e invocai o seu nome; fazei conhecidas as suas obras entre os povos.
2 Ψαλλετε εις αυτον· ψαλμωδειτε εις αυτον· λαλειτε περι παντων των θαυμασιων αυτου.
2 Cantai-lhe, cantai-lhe salmos; falai de todas as suas maravilhas.
3 Καυχασθε εις το αγιον αυτου ονομα· ας ευφραινεται η καρδια των εκζητουντων τον Κυριον.
3 Gloriai-vos no seu santo nome; alegre-se o coração daqueles que buscam ao Senhor.
4 Ζητειτε τον Κυριον και την δυναμιν αυτου· εκζητειτε το προσωπον αυτου διαπαντος.
4 Buscai ao Senhor e a sua força; buscai a sua face continuamente.
5 Μνημονευετε των θαυμασιων αυτου τα οποια εκαμε· των τεραστιων αυτου και των κρισεων του στοματος αυτου·
5 Lembrai-vos das maravilhas que fez, dos seus prodígios e dos juízos da sua boca;
6 Σπερμα Αβρααμ του δουλου αυτου, υιοι Ιακωβ, οι εκλεκτοι αυτου.
6 Vós, semente de Abraão, seu servo, vós, filhos de Jacó, seus escolhidos.
7 Αυτος ειναι Κυριος ο Θεος ημων· εν παση τη γη ειναι αι κρισεις αυτου.
7 Ele é o Senhor nosso Deus; os seus juízos estão em toda a terra.
8 Μνημονευετε παντοτε της διαθηκης αυτου, του λογου, τον οποιον προσεταξεν εις χιλιας γενεας,
8 Lembrou-se da sua aliança para sempre, da palavra que mandou a milhares de gerações.
9 της διαθηκης, την οποιαν εκαμε προς τον Αβρααμ, και του ορκου αυτου προς τον Ισαακ·
9 A qual aliança fez com Abraão, e o seu juramento a Isaque.
10 και εβεβαιωσεν αυτον προς τον Ιακωβ δια νομου, προς τον Ισραηλ δια διαθηκην αιωνιον,
10 E confirmou o mesmo a Jacó por lei, e a Israel por aliança eterna,
11 λεγων, Εις σε θελω δωσει την γην Χανααν, μεριδα της κληρονομιας σας.
11 Dizendo: A ti darei a terra de Canaã, a região da vossa herança.
12 Ενω ησαν αυτοι ολιγοστοι τον αριθμον, ολιγοι, και παροικοι εν αυτη,
12 Quando eram poucos homens em número, sim, mui poucos, e estrangeiros nela;
13 και διηρχοντο απο εθνους εις εθνος, απο βασιλειου εις αλλον λαον,
13 Quando andavam de nação em nação e dum reino para outro povo;
14 δεν αφηκεν ανθρωπον να αδικηση αυτους· μαλιστα υπερ αυτων ηλεγξε βασιλεις,
14 Não permitiu a ninguém que os oprimisse, e por amor deles repreendeu a reis, dizendo:
15 λεγων, μη εγγισητε τους κεχρισμενους μου και μη κακοποιησητε τους προφητας μου.
15 Não toqueis os meus ungidos, e não maltrateis os meus profetas.
16 Και εκαλεσε πειναν επι την γην· συνετριψε παν στηριγμα αρτου.
16 Chamou a fome sobre a terra, quebrantou todo o sustento do pão.
17 Απεστειλεν εμπροσθεν αυτων ανθρωπον, Ιωσηφ τον πωληθεντα ως δουλον·
17 Mandou perante eles um homem, José, que foi vendido por escravo;
18 του οποιου τους ποδας εσφιγξαν εν δεσμοις· εβαλον αυτον εις τα σιδηρα·
18 Cujos pés apertaram com grilhões; foi posto em ferros;
19 εωσου ελθη ο λογος αυτου· ο λογος του Κυριου εδοκιμασεν αυτον.
19 Até ao tempo em que chegou a sua palavra; a palavra do Senhor o provou.
20 Απεστειλεν ο βασιλευς και ελυσεν αυτον· ο αρχων των λαων, και ηλευθερωσεν αυτον.
20 Mandou o rei, e o fez soltar; o governador dos povos, e o soltou.
21 Κατεστησεν αυτον κυριον του οικου αυτου, και αρχοντα επι παντων των κτηματων αυτου·
21 Fê-lo senhor da sua casa, e governador de toda a sua fazenda;
22 δια να παιδευη τους αρχοντας αυτου κατα την αρεσκειαν αυτου, και να διδαξη σοφιαν τους πρεσβυτερους αυτου.
22 Para sujeitar os seus príncipes a seu gosto, e instruir os seus anciãos.
23 Τοτε ηλθεν ο Ισραηλ εις την Αιγυπτον, και ο Ιακωβ παρωκησεν εν γη Χαμ.
23 Então Israel entrou no Egito, e Jacó peregrinou na terra de Cão.
24 Και ο Κυριος ηυξησε σφοδρα τον λαον αυτου, και εκραταιωσεν αυτον υπερ τους εχθρους αυτου.
24 E aumentou o seu povo em grande maneira, e o fez mais poderoso do que os seus inimigos.
25 Εστραφη η καρδια αυτων εις το να μισωσι τον λαον αυτου, εις το να δολιευωνται εναντιον των δουλων αυτου.
25 Virou o coração deles para que odiassem o seu povo, para que tratassem astutamente aos seus servos.
26 Εξαπεστειλε Μωυσην τον δουλον αυτου, και Ααρων, τον οποιον εξελεξεν.
26 Enviou Moisés, seu servo, e Arão, a quem escolhera.
27 Εξετελεσαν εν μεσω αυτων τους λογους των σημειων αυτου και τα θαυμασια αυτου εν γη Χαμ.
27 Mostraram entre eles os seus sinais e prodígios, na terra de Cão.
28 Εξαπεστειλε σκοτος, και εσκοτασε· και δεν ηπειθησαν εις τους λογους αυτου.
28 Mandou trevas, e a fez escurecer; e não foram rebeldes à sua palavra.
29 Μετεβαλε τα υδατα αυτων εις αιμα και εθανατωσε τους ιχθυας αυτων.
29 Converteu as suas águas em sangue, e matou os seus peixes.
30 Η γη αυτων ανεβρυσε βατραχους, εως των ταμειων των βασιλεων αυτων.
30 A sua terra produziu rãs em abundância, até nas câmaras dos seus reis.
31 Ειπε, και ηλθε κυνομυια, και σκνιπες εις παντα τα ορια αυτων.
31 Falou ele, e vieram enxames de moscas e piolhos em todo o seu termo.
32 Εδωκεν εις αυτους χαλαζαν αντι βροχης, και πυρ φλογερον εις την γην αυτων·
32 Converteu as suas chuvas em saraiva, e fogo abrasador na sua terra.
33 και επαταξε τας αμπελους αυτων και τας συκεας αυτων, και συνετριψε τα δενδρα των οριων αυτων.
33 Feriu as suas vinhas e os seus figueirais, e quebrou as árvores dos seus termos.
34 Ειπε, και ηλθεν ακρις, και βρουχος αναριθμητος·
34 Falou ele e vieram gafanhotos e pulgão sem número.
35 και κατεφαγε παντα τον χορτον εν τη γη αυτων, και κατεφαγε τον καρπον της γης αυτων.
35 E comeram toda a erva da sua terra, e devoraram o fruto dos seus campos.
36 Και επαταξε παν πρωτοτοκον εν τη γη αυτων, την απαρχην πασης δυναμεως αυτων.
36 Feriu também a todos os primogênitos da sua terra, as primícias de todas as suas forças.
37 Και εξηγαγεν αυτους μετα αργυριου και χρυσιου, και δεν υπηρχεν ασθενης εν ταις φυλαις αυτων.
37 E tirou-os para fora com prata e ouro, e entre as suas tribos não houve um só fraco.
38 Ευφρανθη η Αιγυπτος εις την εξοδον αυτων· διοτι ο φοβος αυτων ειχεν επιπεσει επ' αυτους.
38 O Egito se alegrou quando eles saíram, porque o seu temor caíra sobre eles.
39 Εξηπλωσε νεφελην δια να σκεπαζη αυτους, και πυρ δια να φεγγη την νυκτα.
39 Estendeu uma nuvem por coberta, e um fogo para iluminar de noite.
40 Εζητησαν, και εφερεν ορτυκια· και αρτον ουρανου εχορτασεν αυτους.
40 Oraram, e ele fez vir codornizes, e os fartou de pão do céu.
41 Διηνοιξε την πετραν, και ανεβλυσαν υδατα, και διερρευσαν ποταμοι εν τοποις ανυδροις.
41 Abriu a penha, e dela correram águas; correram pelos lugares secos, como um rio.
42 Διοτι ενεθυμηθη τον λογον τον αγιον αυτου, τον προς Αβρααμ τον δουλον αυτου.
42 Porque se lembrou da sua santa palavra, e de Abraão, seu servo.
43 Και εξηγαγε τον λαον αυτου εν αγαλλιασει, τους εκλεκτους αυτου εν χαρα·
43 E tirou dali o seu povo com alegria, e os seus escolhidos com regozijo.
44 και εδωκεν εις αυτους τας γαιας των εθνων, και εκληρονομησαν τους κοπους των λαων·
44 E deu-lhes as terras dos gentios; e herdaram o trabalho dos povos;
45 δια να φυλαττωσι τα διαταγματα αυτου, και να εκτελωσι τους νομους αυτου. Αλληλουια.
45 Para que guardassem os seus preceitos, e observassem as suas leis. Louvai ao Senhor.

Ler em outra tradução

Comparar com outra

Estude este capítulo no WhatsApp

Peça à IA da Bíblia Fala para explicar Salmos 105, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.