Mateus 22
NT Westcott Hort UBS4 variants Parsed (WESTCOTTHORT) vs BKJ
BKJ BKJ
1 και αποκριθεις ο ιησους παλιν ειπεν εν παραβολαις αυτοις λεγων
1 E respondendo Jesus, novamente lhes falou em parábolas, dizendo:
2 ωμοιωθη η βασιλεια των ουρανων ανθρωπω βασιλει οστις εποιησεν γαμους τω υιω αυτου
2 O reino do céu é semelhante a um certo rei, que fez as bodas de seu filho,
3 και απεστειλεν τους δουλους αυτου καλεσαι τους κεκλημενους εις τους γαμους και ουκ ηθελον ελθειν
3 e enviou os seus servos a chamar os convidados para as bodas, e estes não quiseram vir.
4 παλιν απεστειλεν αλλους δουλους λεγων ειπατε τοις κεκλημενοις ιδου το αριστον μου ητοιμακα οι ταυροι μου και τα σιτιστα τεθυμενα και παντα ετοιμα δευτε εις τους γαμους
4 Mais uma vez, ele enviou outros servos, dizendo: Dizei aos convidados: Eis que tenho o meu jantar preparado, os meus bois e meus cevados estão mortos, e todas as coisas estão prontas; vinde às bodas.
5 οι δε αμελησαντες απηλθον ος μεν εις τον ιδιον αγρον ος δε επι την εμποριαν αυτου
5 Mas eles, fazendo pouco caso, seguiram os seus caminhos, um para sua fazenda, outro para o seu negócio.
6 οι δε λοιποι κρατησαντες τους δουλους αυτου υβρισαν και απεκτειναν
6 E os outros, tomaram os seus servos, os maltrataram e mataram.
7 ο δε βασιλευς ωργισθη και πεμψας τα στρατευματα αυτου απωλεσεν τους φονεις εκεινους και την πολιν αυτων ενεπρησεν
7 Mas, ouvindo disso o rei, irou-se, e enviando os seus exércitos, destruiu aqueles assassinos, e incendiou a sua cidade.
8 τοτε λεγει τοις δουλοις αυτου ο μεν γαμος ετοιμος εστιν οι δε κεκλημενοι ουκ ησαν αξιοι
8 Então ele diz aos servos: As bodas estão preparadas, mas os que foram convidados não eram dignos.
9 πορευεσθε ουν επι τας διεξοδους των οδων και οσους εαν ευρητε καλεσατε εις τους γαμους
9 Ide, pois, às estradas, e convidai para as bodas todos quantos encontrardes.
10 και εξελθοντες οι δουλοι εκεινοι εις τας οδους συνηγαγον παντας ους ευρον πονηρους τε και αγαθους και επλησθη ο νυμφων γαμος ανακειμενων
10 E os servos, saindo pelas estradas, ajuntaram todos quantos encontraram, tanto maus como bons; e o casamento ficou cheio de convidados.
11 εισελθων δε ο βασιλευς θεασασθαι τους ανακειμενους ειδεν εκει ανθρωπον ουκ ενδεδυμενον ενδυμα γαμου
11 E o rei, entrando para ver os convidados, viu ali um homem que não estava com veste de casamento.
12 και λεγει αυτω εταιρε πως εισηλθες ωδε μη εχων ενδυμα γαμου ο δε εφιμωθη
12 E ele disse-lhe: Amigo, como entraste aqui, não tendo veste de casamento? E ele emudeceu.
13 τοτε ο βασιλευς ειπεν τοις διακονοις δησαντες αυτου ποδας και χειρας εκβαλετε αυτον εις το σκοτος το εξωτερον εκει εσται ο κλαυθμος και ο βρυγμος των οδοντων
13 Então disse o rei aos servos: Amarrai os seus pés e mãos, levai-o embora, e lançai-o nas trevas exteriores; ali haverá pranto e ranger de dentes.
14 πολλοι γαρ εισιν κλητοι ολιγοι δε εκλεκτοι
14 Porque muitos são chamados, mas poucos são escolhidos.
15 τοτε πορευθεντες οι φαρισαιοι συμβουλιον ελαβον οπως αυτον παγιδευσωσιν εν λογω
15 Indo, então, os fariseus, consultaram entre si como o apanhariam em alguma palavra.
16 και αποστελλουσιν αυτω τους μαθητας αυτων μετα των ηρωδιανων λεγοντας λεγοντες διδασκαλε οιδαμεν οτι αληθης ει και την οδον του θεου εν αληθεια διδασκεις και ου μελει σοι περι ουδενος ου γαρ βλεπεις εις προσωπον ανθρωπων
16 E enviaram-lhe os seus discípulos, com os herodianos, dizendo: Mestre, nós sabemos que tu és verdadeiro, e ensinas o caminho de Deus em verdade, e sem te preocupar com nenhum homem, pois não reparas na aparência dos homens.
17 ειπον ειπε ουν ημιν τι σοι δοκει εξεστιν δουναι κηνσον καισαρι η ου
17 Dize-nos, portanto, o que tu pensas? É lícito dar tributo a César, ou não?
18 γνους δε ο ιησους την πονηριαν αυτων ειπεν τι με πειραζετε υποκριται
18 Mas Jesus, percebendo a sua maldade, disse: Por que me tentais, hipócritas?
19 επιδειξατε μοι το νομισμα του κηνσου οι δε προσηνεγκαν αυτω δηναριον
19 Mostrai-me a moeda do tributo. E eles lhe trouxeram um denário.
20 και λεγει αυτοις τινος η εικων αυτη και η επιγραφη
20 E ele disse-lhes: De quem é esta imagem e inscrição?
21 λεγουσιν αυτω καισαρος τοτε λεγει αυτοις αποδοτε ουν τα καισαρος καισαρι και τα του θεου τω θεω
21 Disseram-lhe: De César. Então ele lhes disse: Dai, portanto, a César as coisas que são de César, e a Deus as coisas que são de Deus.
22 και ακουσαντες εθαυμασαν και αφεντες αυτον απηλθαν
22 Quando eles ouviram essas palavras, maravilharam-se, e, deixando-o, foram pelo seu caminho.
23 εν εκεινη τη ημερα προσηλθον αυτω σαδδουκαιοι λεγοντες μη ειναι αναστασιν και επηρωτησαν αυτον
23 No mesmo dia vieram até ele os saduceus, que dizem não haver ressurreição, e o interrogaram,
24 λεγοντες διδασκαλε μωυσης ειπεν εαν τις αποθανη μη εχων τεκνα επιγαμβρευσει ο αδελφος αυτου την γυναικα αυτου και αναστησει σπερμα τω αδελφω αυτου
24 dizendo: Mestre, Moisés disse: Se um homem morrer, não tendo filhos, seu irmão casará com a esposa dele, e suscitará descendência a seu irmão.
25 ησαν δε παρ ημιν επτα αδελφοι και ο πρωτος γημας ετελευτησεν και μη εχων σπερμα αφηκεν την γυναικα αυτου τω αδελφω αυτου
25 Ora, houve entre nós sete irmãos; e o primeiro, casou-se com uma mulher, e faleceu, e não tendo descendente, deixou a sua esposa para o seu irmão.
26 ομοιως και ο δευτερος και ο τριτος εως των επτα
26 Da mesma forma o segundo, e o terceiro, até o sétimo.
27 υστερον δε παντων απεθανεν η γυνη
27 E por último de todos, morreu também a mulher.
28 εν τη αναστασει ουν τινος των επτα εσται γυνη παντες γαρ εσχον αυτην
28 Portanto, na ressurreição, de qual dos sete será a mulher, pois todos a tiveram?
29 αποκριθεις δε ο ιησους ειπεν αυτοις πλανασθε μη ειδοτες τας γραφας μηδε την δυναμιν του θεου
29 Jesus, respondendo, disse-lhes: Vós errais, não conhecendo as escrituras, nem o poder de Deus.
30 εν γαρ τη αναστασει ουτε γαμουσιν ουτε γαμιζονται αλλ ως αγγελοι εν τω ουρανω εισιν
30 Porque na ressurreição não casam, nem são dados em casamento, mas são como os anjos de Deus no céu.
31 περι δε της αναστασεως των νεκρων ουκ ανεγνωτε το ρηθεν υμιν υπο του θεου λεγοντος
31 E, quanto à ressurreição dos mortos, não lestes o que vos foi dito por Deus, dizendo:
32 εγω ειμι ο θεος αβρααμ και ο θεος ισαακ και ο θεος ιακωβ ουκ εστιν [ο] θεος νεκρων αλλα ζωντων
32 Eu sou o Deus de Abraão, e o Deus de Isaque, e o Deus de Jacó? Deus não é Deus dos mortos, mas dos vivos.
33 και ακουσαντες οι οχλοι εξεπλησσοντο επι τη διδαχη αυτου
33 E as multidões, ouvindo isto, maravilhavam-se com a sua doutrina.
34 οι δε φαρισαιοι ακουσαντες οτι εφιμωσεν τους σαδδουκαιους συνηχθησαν επι το αυτο
34 Mas os fariseus, quando ouviram que ele fizera emudecer os saduceus, eles se reuniram.
35 και επηρωτησεν εις εξ αυτων νομικος [νομικος] πειραζων αυτον
35 Então um deles, que era mestre da lei, perguntou-lhe, provando-o, dizendo:
36 διδασκαλε ποια εντολη μεγαλη εν τω νομω
36 Mestre, qual é o grande mandamento na lei?
37 ο δε εφη αυτω αγαπησεις κυριον τον θεον σου εν ολη τη καρδια σου και εν ολη τη ψυχη σου και εν ολη τη διανοια σου
37 Respondeu-lhe Jesus: Tu amarás o Senhor teu Deus de todo o teu coração, e de toda a tua alma, e de toda a tua mente.
38 αυτη εστιν η μεγαλη και πρωτη εντολη
38 Este é o primeiro e grande mandamento.
39 δευτερα δε ομοια αυτη αγαπησεις τον πλησιον σου ως σεαυτον
39 E o segundo é semelhante a este: Tu amarás o teu próximo como a ti mesmo.
40 εν ταυταις ταις δυσιν εντολαις ολος ο νομος κρεμαται και οι προφηται
40 Desses dois mandamentos dependem toda a lei e os profetas.
41 συνηγμενων δε των φαρισαιων επηρωτησεν αυτους ο ιησους
41 Enquanto os fariseus estavam reunidos, Jesus os indagou,
42 λεγων τι υμιν δοκει περι του χριστου τινος υιος εστιν λεγουσιν αυτω του δαυιδ
42 dizendo: O que pensais vós do Cristo? De quem ele é filho? Eles disseram-lhe: O filho de Davi.
43 λεγει αυτοις πως ουν δαυιδ εν πνευματι καλει αυτον κυριον λεγων
43 Disse-lhes ele: Como então Davi, em espírito, lhe chama Senhor, dizendo:
44 ειπεν κυριος τω κυριω μου καθου εκ δεξιων μου εως αν θω τους εχθρους σου υποκατω των ποδων σου
44 Disse o SENHOR ao meu Senhor: Assenta-te à minha direita, até eu fazer os teus inimigos por escabelo?
45 ει ουν δαυιδ καλει αυτον κυριον πως υιος αυτου εστιν
45 Então se Davi lhe chama Senhor, como é ele seu filho?
46 και ουδεις εδυνατο αποκριθηναι αυτω λογον ουδε ετολμησεν τις απ εκεινης της ημερας επερωτησαι αυτον ουκετι
46 E nenhum homem era capaz de responder-lhe uma palavra; e daquele dia em diante nenhum homem ousou fazer-lhe mais perguntas.
Atalhos do teclado
- Capítulo anterior←
- Próximo capítulo→
- Versículo anteriork
- Próximo versículoj
- Limpar seleçãoEsc
- Esta ajuda?
Estude este capítulo no WhatsApp
Peça à IA da Bíblia Fala para explicar Mateus 22, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.