João 10

Greek Majority Text NT (GRC_MTK) vs NAA

Sair da comparação
NAA Nova Almeida Atualizada 2017
1 αμην αμην λεγω υμιν ο μη εισερχομενοσ δια τησ θυρασ εισ την αυλην των προβατων αλλα αναβαινων αλλαχοθεν εκεινοσ κλεπτησ εστιν και ληστησ
1 — Em verdade, em verdade lhes digo: quem não entra no curral das ovelhas pela porta, mas sobe por outro lugar, esse é ladrão e salteador.
2 ο δε εισερχομενοσ δια τησ θυρασ ποιμην εστιν των προβατων
2 Aquele, porém, que entra pela porta, esse é o pastor das ovelhas.
3 τουτω ο θυρωροσ ανοιγει και τα προβατα τησ φωνησ αυτου ακουει και τα ιδια προβατα καλει κατ ονομα και εξαγει αυτα
3 Para este o porteiro abre, as ovelhas ouvem a sua voz, ele chama as suas próprias ovelhas pelo nome e as conduz para fora.
4 και οταν τα ιδια προβατα εκβαλη εμπροσθεν αυτων πορευεται και τα προβατα αυτω ακολουθει οτι οιδασιν την φωνην αυτου
4 Depois de levar para fora todas as que lhe pertencem, vai na frente delas, e elas o seguem, porque reconhecem a voz dele.
5 αλλοτριω δε ου μη ακολουθησωσιν αλλα φευξονται απ αυτου οτι ουκ οιδασιν των αλλοτριων την φωνην
5 Mas de modo nenhum seguirão o estranho; pelo contrário, fugirão dele, porque não conhecem a voz dos estranhos.
6 ταυτην την παροιμιαν ειπεν αυτοισ ο ιησουσ εκεινοι δε ουκ εγνωσαν τινα ην α ελαλει αυτοισ
6 Jesus fez esta comparação, mas eles não compreenderam o sentido daquilo que ele falava.
7 ειπεν ουν παλιν αυτοισ ο ιησουσ αμην αμην λεγω υμιν οτι εγω ειμι η θυρα των προβατων
7 Então Jesus disse mais uma vez:
8 παντεσ οσοι ηλθον κλεπται εισιν και λησται αλλ ουκ ηκουσαν αυτων τα προβατα
8 Todos os que vieram antes de mim são ladrões e salteadores, mas as ovelhas não lhes deram ouvidos.
9 εγω ειμι η θυρα δι εμου εαν τισ εισελθη σωθησεται και εισελευσεται και εξελευσεται και νομην ευρησει
9 Eu sou a porta. Se alguém entrar por mim, será salvo; entrará, sairá e achará pastagem.
10 ο κλεπτησ ουκ ερχεται ει μη ινα κλεψη και θυση και απολεση εγω ηλθον ινα ζωην εχωσιν και περισσον εχωσιν
10 O ladrão vem somente para roubar, matar e destruir; eu vim para que tenham vida e a tenham em abundância.
11 εγω ειμι ο ποιμην ο καλοσ ο ποιμην ο καλοσ την ψυχην αυτου τιθησιν υπερ των προβατων
11 — Eu sou o bom pastor. O bom pastor dá a vida pelas ovelhas.
12 ο μισθωτοσ δε και ουκ ων ποιμην ου ουκ εισιν τα προβατα ιδια θεωρει τον λυκον ερχομενον και αφιησιν τα προβατα και φευγει και ο λυκοσ αρπαζει αυτα και σκορπιζει τα προβατα
12 O mercenário, que não é pastor, a quem não pertencem as ovelhas, vê o lobo chegando, abandona as ovelhas e foge; então o lobo as arrebata e dispersa.
13 ο δε μισθωτοσ φευγει οτι μισθωτοσ εστιν και ου μελει αυτω περι των προβατων
13 O mercenário foge, porque é mercenário e não se importa com as ovelhas.
14 εγω ειμι ο ποιμην ο καλοσ και γινωσκω τα εμα και γινωσκομαι υπο των εμων
14 Eu sou o bom pastor. Conheço as minhas ovelhas, e elas me conhecem,
15 καθωσ γινωσκει με ο πατηρ καγω γινωσκω τον πατερα και την ψυχην μου τιθημι υπερ των προβατων
15 assim como o Pai me conhece, e eu conheço o Pai; e dou a minha vida pelas ovelhas.
16 και αλλα προβατα εχω α ουκ εστιν εκ τησ αυλησ ταυτησ κακεινα με δει αγαγειν και τησ φωνησ μου ακουσουσιν και γενησεται μια ποιμνη εισ ποιμην
16 Ainda tenho outras ovelhas, não deste aprisco. Preciso trazer também estas. Elas ouvirão a minha voz e, então, haverá um só rebanho e um só pastor.
17 δια τουτο ο πατηρ με αγαπα οτι εγω τιθημι την ψυχην μου ινα παλιν λαβω αυτην
17 Por isso, o Pai me ama, porque eu dou a minha vida para recebê-la outra vez.
18 ουδεισ αιρει αυτην απ εμου αλλ εγω τιθημι αυτην απ εμαυτου εξουσιαν εχω θειναι αυτην και εξουσιαν εχω παλιν λαβειν αυτην ταυτην την εντολην ελαβον παρα του πατροσ μου
18 Ninguém tira a minha vida; pelo contrário, eu espontaneamente a dou. Tenho autoridade para entregá-la e também para reavê-la. Este mandato recebi de meu Pai.
19 σχισμα ουν παλιν εγενετο εν τοισ ιουδαιοισ δια τουσ λογουσ τουτουσ
19 Por causa dessas palavras, houve nova divisão entre os judeus.
20 ελεγον δε πολλοι εξ αυτων δαιμονιον εχει και μαινεται τι αυτου ακουετε
20 Muitos deles diziam: — Ele tem demônio e enlouqueceu. Por que vocês ouvem o que ele diz?
21 αλλοι ελεγον ταυτα τα ρηματα ουκ εστιν δαιμονιζομενου μη δαιμονιον δυναται τυφλων οφθαλμουσ ανοιγειν
21 Outros diziam: — Este modo de falar não é de endemoniado. Será que um demônio pode abrir os olhos aos cegos?
22 εγενετο δε τα εγκαινια εν ιεροσολυμοισ και χειμων ην
22 Celebrava-se em Jerusalém a Festa da Dedicação. Era inverno.
23 και περιεπατει ο ιησουσ εν τω ιερω εν τη στοα σολομωνοσ
23 Jesus passeava no templo, no Pórtico de Salomão.
24 εκυκλωσαν ουν αυτον οι ιουδαιοι και ελεγον αυτω εωσ ποτε την ψυχην ημων αιρεισ ει συ ει ο χριστοσ ειπε ημιν παρρησια
24 Então os judeus o rodearam e disseram: — Até quando você nos deixará nesse suspense? Se você é o Cristo, diga francamente.
25 απεκριθη αυτοισ ο ιησουσ ειπον υμιν και ου πιστευετε τα εργα α εγω ποιω εν τω ονοματι του πατροσ μου ταυτα μαρτυρει περι εμου
25 Jesus respondeu:
26 αλλ υμεισ ου πιστευετε ου γαρ εστε εκ των προβατων των εμων καθωσ ειπον υμιν
26 Mas vocês não creem, porque não são das minhas ovelhas.
27 τα προβατα τα εμα τησ φωνησ μου ακουει καγω γινωσκω αυτα και ακολουθουσιν μοι
27 As minhas ovelhas ouvem a minha voz; eu as conheço, e elas me seguem.
28 καγω ζωην αιωνιον διδωμι αυτοισ και ου μη απολωνται εισ τον αιωνα και ουχ αρπασει τισ αυτα εκ τησ χειροσ μου
28 Eu lhes dou a vida eterna; jamais perecerão, e ninguém as arrebatará da minha mão.
29 ο πατηρ μου οσ δεδωκεν μοι μειζων παντων εστιν και ουδεισ δυναται αρπαζειν εκ τησ χειροσ του πατροσ μου
29 Aquilo que meu Pai me deu é maior do que tudo, e da mão do Pai ninguém pode arrebatar.
30 εγω και ο πατηρ εν εσμεν
30 Eu e o Pai somos um.
31 εβαστασαν ουν παλιν λιθουσ οι ιουδαιοι ινα λιθασωσιν αυτον
31 Os judeus mais uma vez pegaram pedras com a intenção de apedrejá-lo.
32 απεκριθη αυτοισ ο ιησουσ πολλα καλα εργα εδειξα υμιν εκ του πατροσ μου δια ποιον αυτων εργον λιθαζετε με
32 Mas Jesus lhes disse:
33 απεκριθησαν αυτω οι ιουδαιοι λεγοντεσ περι καλου εργου ου λιθαζομεν σε αλλα περι βλασφημιασ και οτι συ ανθρωποσ ων ποιεισ σεαυτον θεον
33 Os judeus responderam: — Não é por obra boa que queremos apedrejá-lo, e sim por causa da blasfêmia. Pois, sendo você apenas um homem, está se fazendo de Deus.
34 απεκριθη αυτοισ ο ιησουσ ουκ εστιν γεγραμμενον εν τω νομω υμων εγω ειπα θεοι εστε
34 Jesus disse:
35 ει εκεινουσ ειπεν θεουσ προσ ουσ ο λογοσ του θεου εγενετο και ου δυναται λυθηναι η γραφη
35 Se ele chamou deuses àqueles a quem foi dirigida a palavra de Deus — e a Escritura não pode falhar —,
36 ον ο πατηρ ηγιασεν και απεστειλεν εισ τον κοσμον υμεισ λεγετε οτι βλασφημεισ οτι ειπον υιοσ του θεου ειμι
36 então como vocês dizem que aquele que o Pai santificou e enviou ao mundo está blasfemando, só porque declarei que sou Filho de Deus?
37 ει ου ποιω τα εργα του πατροσ μου μη πιστευετε μοι
37 Se não faço as obras do meu Pai, não acreditem em mim.
38 ει δε ποιω καν εμοι μη πιστευητε τοισ εργοισ πιστευσατε ινα γνωτε και πιστευσητε οτι εν εμοι ο πατηρ καγω εν αυτω
38 Mas, se faço, e vocês não creem em mim, creiam pelo menos nas obras, para que vocês possam saber e compreender que o Pai está em mim e que eu estou no Pai.
39 εζητουν ουν παλιν αυτον πιασαι και εξηλθεν εκ τησ χειροσ αυτων
39 Então tentaram outra vez prendê-lo, mas ele se livrou das mãos deles.
40 και απηλθεν παλιν περαν του ιορδανου εισ τον τοπον οπου ην ιωαννησ το πρωτον βαπτιζων και εμεινεν εκει
40 Novamente Jesus se retirou para além do Jordão, para o lugar onde João batizava no início; e ali permaneceu.
41 και πολλοι ηλθον προσ αυτον και ελεγον οτι ιωαννησ μεν σημειον εποιησεν ουδεν παντα δε οσα ειπεν ιωαννησ περι τουτου αληθη ην
41 E muitos iam até ele e diziam: — João não fez nenhum sinal, mas tudo o que ele disse a respeito deste homem era verdade.
42 και επιστευσαν πολλοι εκει εισ αυτον
42 E naquele lugar muitos creram nele.

Ler em outra tradução

Comparar com outra

Estude este capítulo no WhatsApp

Peça à IA da Bíblia Fala para explicar João 10, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.