João 10
Greek Majority Text NT (GRC_MTK) vs BKJ
1 αμην αμην λεγω υμιν ο μη εισερχομενοσ δια τησ θυρασ εισ την αυλην των προβατων αλλα αναβαινων αλλαχοθεν εκεινοσ κλεπτησ εστιν και ληστησ
1 Na verdade, na verdade, eu vos digo: Aquele que não entra pela porta no aprisco das ovelhas, mas sobe por outros caminhos, esse é ladrão e salteador.
2 ο δε εισερχομενοσ δια τησ θυρασ ποιμην εστιν των προβατων
2 Mas o que entra pela porta é o pastor das ovelhas.
3 τουτω ο θυρωροσ ανοιγει και τα προβατα τησ φωνησ αυτου ακουει και τα ιδια προβατα καλει κατ ονομα και εξαγει αυτα
3 A este o porteiro abre, e as ovelhas ouvem a sua voz; e ele chama as suas próprias ovelhas pelo nome, e as conduz para fora.
4 και οταν τα ιδια προβατα εκβαλη εμπροσθεν αυτων πορευεται και τα προβατα αυτω ακολουθει οτι οιδασιν την φωνην αυτου
4 E, quando ele coloca para fora as suas ovelhas, vai adiante delas, e as ovelhas o seguem, porque elas conhecem a sua voz.
5 αλλοτριω δε ου μη ακολουθησωσιν αλλα φευξονται απ αυτου οτι ουκ οιδασιν των αλλοτριων την φωνην
5 E não seguirão um estranho, mas fugirão dele; porque elas não conhecem a voz dos estranhos.
6 ταυτην την παροιμιαν ειπεν αυτοισ ο ιησουσ εκεινοι δε ουκ εγνωσαν τινα ην α ελαλει αυτοισ
6 Jesus falava-lhes esta parábola; mas eles não compreendiam as coisas que ele lhes falava.
7 ειπεν ουν παλιν αυτοισ ο ιησουσ αμην αμην λεγω υμιν οτι εγω ειμι η θυρα των προβατων
7 Então disse-lhes Jesus novamente: Na verdade, na verdade, eu vos digo: Eu sou a porta das ovelhas.
8 παντεσ οσοι ηλθον κλεπται εισιν και λησται αλλ ουκ ηκουσαν αυτων τα προβατα
8 Todos quantos vieram antes de mim são ladrões e salteadores; mas as ovelhas não os ouviram.
9 εγω ειμι η θυρα δι εμου εαν τισ εισελθη σωθησεται και εισελευσεται και εξελευσεται και νομην ευρησει
9 Eu sou a porta; se algum homem entrar por mim, ele será salvo, e entrará e sairá, e achará pastagens.
10 ο κλεπτησ ουκ ερχεται ει μη ινα κλεψη και θυση και απολεση εγω ηλθον ινα ζωην εχωσιν και περισσον εχωσιν
10 O ladrão não vem senão para roubar, matar e destruir; eu vim para que tenham vida e a tenham em abundância.
11 εγω ειμι ο ποιμην ο καλοσ ο ποιμην ο καλοσ την ψυχην αυτου τιθησιν υπερ των προβατων
11 Eu sou o bom pastor; o bom pastor dá a sua vida pelas ovelhas.
12 ο μισθωτοσ δε και ουκ ων ποιμην ου ουκ εισιν τα προβατα ιδια θεωρει τον λυκον ερχομενον και αφιησιν τα προβατα και φευγει και ο λυκοσ αρπαζει αυτα και σκορπιζει τα προβατα
12 Mas o que é mercenário, e não pastor, de quem não são as ovelhas, vê o lobo vindo, e deixa as ovelhas, e foge; e o lobo as apanha, e dispersa as ovelhas.
13 ο δε μισθωτοσ φευγει οτι μισθωτοσ εστιν και ου μελει αυτω περι των προβατων
13 O mercenário foge, porque ele é mercenário, e não cuida das ovelhas.
14 εγω ειμι ο ποιμην ο καλοσ και γινωσκω τα εμα και γινωσκομαι υπο των εμων
14 Eu sou o bom pastor, e conheço as minhas ovelhas, e das minhas sou conhecido.
15 καθωσ γινωσκει με ο πατηρ καγω γινωσκω τον πατερα και την ψυχην μου τιθημι υπερ των προβατων
15 Assim como o Pai me conhece, também eu conheço o Pai; e eu dou a minha vida pelas ovelhas.
16 και αλλα προβατα εχω α ουκ εστιν εκ τησ αυλησ ταυτησ κακεινα με δει αγαγειν και τησ φωνησ μου ακουσουσιν και γενησεται μια ποιμνη εισ ποιμην
16 E eu tenho outras ovelhas que não são deste aprisco; a essas também me importa conduzir, e elas ouvirão a minha voz; e haverá um rebanho, e um pastor.
17 δια τουτο ο πατηρ με αγαπα οτι εγω τιθημι την ψυχην μου ινα παλιν λαβω αυτην
17 Por isto o meu Pai me ama, porque dou a minha vida para que possa tomá-la novamente.
18 ουδεισ αιρει αυτην απ εμου αλλ εγω τιθημι αυτην απ εμαυτου εξουσιαν εχω θειναι αυτην και εξουσιαν εχω παλιν λαβειν αυτην ταυτην την εντολην ελαβον παρα του πατροσ μου
18 Nenhum homem a tira de mim, mas eu de mim mesmo a dou. Eu tenho poder para a dar, e eu tenho poder para tomá-la novamente. Esse mandamento eu recebi de meu Pai.
19 σχισμα ουν παλιν εγενετο εν τοισ ιουδαιοισ δια τουσ λογουσ τουτουσ
19 Houve, pois, novamente uma divisão entre os judeus por causa dessas palavras.
20 ελεγον δε πολλοι εξ αυτων δαιμονιον εχει και μαινεται τι αυτου ακουετε
20 E muitos deles diziam: Ele tem demônio e é louco, por que o escutais?
21 αλλοι ελεγον ταυτα τα ρηματα ουκ εστιν δαιμονιζομενου μη δαιμονιον δυναται τυφλων οφθαλμουσ ανοιγειν
21 Outros diziam: Essas palavras não são de quem tem demônio. Pode um demônio abrir os olhos dos cegos?
22 εγενετο δε τα εγκαινια εν ιεροσολυμοισ και χειμων ην
22 E celebrava-se em Jerusalém a festa da dedicação, e era inverno.
23 και περιεπατει ο ιησουσ εν τω ιερω εν τη στοα σολομωνοσ
23 E Jesus caminhava no templo, no pórtico de Salomão.
24 εκυκλωσαν ουν αυτον οι ιουδαιοι και ελεγον αυτω εωσ ποτε την ψυχην ημων αιρεισ ει συ ει ο χριστοσ ειπε ημιν παρρησια
24 Então, vindo os judeus o rodearam, e disseram-lhe: Até quando tu irás deixar-nos em dúvida? Se tu és o Cristo, dize-nos claramente.
25 απεκριθη αυτοισ ο ιησουσ ειπον υμιν και ου πιστευετε τα εργα α εγω ποιω εν τω ονοματι του πατροσ μου ταυτα μαρτυρει περι εμου
25 Respondeu-lhes Jesus: Já vos tenho dito, e não o credes; as obras que eu faço em nome de meu Pai, essas testemunham de mim.
26 αλλ υμεισ ου πιστευετε ου γαρ εστε εκ των προβατων των εμων καθωσ ειπον υμιν
26 Mas vós não credes, porque não sois das minhas ovelhas, como eu já vos tenho dito.
27 τα προβατα τα εμα τησ φωνησ μου ακουει καγω γινωσκω αυτα και ακολουθουσιν μοι
27 As minhas ovelhas ouvem a minha voz, e eu as conheço, e elas me seguem;
28 καγω ζωην αιωνιον διδωμι αυτοισ και ου μη απολωνται εισ τον αιωνα και ουχ αρπασει τισ αυτα εκ τησ χειροσ μου
28 e dou-lhes a vida eterna, e nunca hão de perecer, e nenhum homem as arrancará da minha mão.
29 ο πατηρ μου οσ δεδωκεν μοι μειζων παντων εστιν και ουδεισ δυναται αρπαζειν εκ τησ χειροσ του πατροσ μου
29 Meu Pai, que as deu a mim, é maior do que todos; e nenhum homem pode arrancá-las da mão de meu Pai.
30 εγω και ο πατηρ εν εσμεν
30 Eu e o meu Pai somos um.
31 εβαστασαν ουν παλιν λιθουσ οι ιουδαιοι ινα λιθασωσιν αυτον
31 Então, os judeus pegaram outra vez pedras para o apedrejarem.
32 απεκριθη αυτοισ ο ιησουσ πολλα καλα εργα εδειξα υμιν εκ του πατροσ μου δια ποιον αυτων εργον λιθαζετε με
32 Respondeu-lhes Jesus: Muitas obras boas da parte de meu Pai eu vos tenho mostrado; por qual dessas obras me apedrejais?
33 απεκριθησαν αυτω οι ιουδαιοι λεγοντεσ περι καλου εργου ου λιθαζομεν σε αλλα περι βλασφημιασ και οτι συ ανθρωποσ ων ποιεισ σεαυτον θεον
33 Os judeus responderam, dizendo-lhe: Não te apedrejamos por alguma obra boa, mas pela blasfêmia, porque, sendo tu homem, te fazes Deus.
34 απεκριθη αυτοισ ο ιησουσ ουκ εστιν γεγραμμενον εν τω νομω υμων εγω ειπα θεοι εστε
34 Respondeu-lhes Jesus: Não está escrito na vossa lei: Eu disse: Vós sois deuses?
35 ει εκεινουσ ειπεν θεουσ προσ ουσ ο λογοσ του θεου εγενετο και ου δυναται λυθηναι η γραφη
35 Se ele os chamou de deuses a quem veio a palavra de Deus, e a escritura não pode ser anulada,
36 ον ο πατηρ ηγιασεν και απεστειλεν εισ τον κοσμον υμεισ λεγετε οτι βλασφημεισ οτι ειπον υιοσ του θεου ειμι
36 àquele a quem o Pai santificou, e enviou ao mundo, dizeis vós: Tu blasfemas, porque eu disse: Eu sou filho de Deus?
37 ει ου ποιω τα εργα του πατροσ μου μη πιστευετε μοι
37 Se eu não faço as obras de meu Pai, não acrediteis em mim.
38 ει δε ποιω καν εμοι μη πιστευητε τοισ εργοισ πιστευσατε ινα γνωτε και πιστευσητε οτι εν εμοι ο πατηρ καγω εν αυτω
38 Mas, se as faço, ainda que não creiais em mim, crede nas obras; para que saibais e creiais que o Pai está em mim, e eu, nele.
39 εζητουν ουν παλιν αυτον πιασαι και εξηλθεν εκ τησ χειροσ αυτων
39 Por isso, eles procuravam novamente prendê-lo; mas ele escapou de suas mãos,
40 και απηλθεν παλιν περαν του ιορδανου εισ τον τοπον οπου ην ιωαννησ το πρωτον βαπτιζων και εμεινεν εκει
40 e retirou-se novamente para além do Jordão, para o lugar onde João batizava no princípio, e ali ele permaneceu.
41 και πολλοι ηλθον προσ αυτον και ελεγον οτι ιωαννησ μεν σημειον εποιησεν ουδεν παντα δε οσα ειπεν ιωαννησ περι τουτου αληθη ην
41 E muitos recorriam a ele e diziam: João não fez milagre algum, mas todas as coisas que João falava sobre este homem eram verdadeiras.
42 και επιστευσαν πολλοι εκει εισ αυτον
42 E muitos ali creram nele.
Atalhos do teclado
- Capítulo anterior←
- Próximo capítulo→
- Versículo anteriork
- Próximo versículoj
- Limpar seleçãoEsc
- Esta ajuda?
Estude este capítulo no WhatsApp
Peça à IA da Bíblia Fala para explicar João 10, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.