Salmos 78
Modern Greek (GREEK) vs NVT
1 Ακουσον, λαε μου, τον νομον μου· κλινατε τα ωτα σας εις τα λογια του στοματος μου.
1 Ó meu povo, ouça minhas instruções! Abra os ouvidos para o que direi,
2 Θελω ανοιξει εν παραβολη το στομα μου· θελω προφερει πραγματα αξιομνημονευτα, τα απ' αρχης·
2 pois lhe falarei por meio de parábola. Ensinarei enigmas de nosso passado,
3 οσα ηκουσαμεν και εγνωρισαμεν και οι πατερες ημων διηγηθησαν εις ημας.
3 histórias que ouvimos e conhecemos, que nossos antepassados nos transmitiram.
4 Δεν θελομεν κρυψει αυτα απο των τεκνων αυτων εις την επερχομενην γενεαν, διηγουμενοι τους επαινους του Κυριου και την δυναμιν αυτου και τα θαυμασια αυτου, τα οποια εκαμε.
4 Não esconderemos essas verdades de nossos filhos; contaremos à geração seguinte os feitos gloriosos do S seu poder e suas maravilhas.
5 Και εστησε μαρτυριον εν τω Ιακωβ και νομον εθεσεν εν τω Ισραηλ, τα οποια προσεταξεν εις τους πατερας ημων, να καμνωσιν αυτα γνωστα εις τα τεκνα αυτων·
5 Pois ele estabeleceu seus preceitos a Jacó, deu sua lei a Israel. Ordenou a nossos antepassados que a ensinassem a seus filhos,
6 δια να γνωριζη αυτα η γενεα η επερχομενη, οι υιοι οι μελλοντες να γεννηθωσι· και αυτοι, οταν αναστηθωσι, να διηγωνται εις τα τεκνα αυτων·
6 para que a geração seguinte, os filhos ainda por nascer, a conhecesse, e eles, por sua vez, a ensinarão a seus filhos.
7 δια να θεσωσιν επι τον Θεον την ελπιδα αυτων, και να μη λησμονωσι τα εργα του Θεου, αλλα να φυλαττωσι τας εντολας αυτου·
7 Portanto, cada geração deve pôr sua esperança em Deus, não esquecer seus poderosos feitos e obedecer a seus mandamentos.
8 και να μη γεινωσιν, ως οι πατερες αυτων, γενεα διεστραμμενη και απειθης· γενεα, ητις δεν εφυλαξεν ευθειαν την καρδιαν αυτης, και δεν εσταθη πιστον μετα του Θεου το πνευμα αυτης·
8 Assim, não serão como seus antepassados, teimosos, rebeldes e infiéis, que se recusaram a confiar em Deus de todo o coração.
9 ως οι υιοι του Εφραιμ, οιτινες ωπλισμενοι, βασταζοντες τοξα, εστραφησαν οπισω την ημεραν της μαχης.
9 Os guerreiros de Efraim, embora armados de arcos, deram meia-volta e fugiram no dia da batalha.
10 Δεν εφυλαξαν την διαθηκην του Θεου, και εν τω νομω αυτου δεν ηθελησαν να περιπατωσι·
10 Não cumpriram a aliança de Deus, não quiseram viver de acordo com sua lei.
11 και ελησμονησαν τα εργα αυτου και τα θαυμασια αυτου, τα οποια εδειξεν εις αυτους.
11 Esqueceram o que ele havia feito, as maravilhas que lhes tinha mostrado,
12 Εμπροσθεν των πατερων αυτων εκαμε θαυμασια, εν τη γη της Αιγυπτου, τη πεδιαδι Τανεως.
12 os milagres que realizara para seus antepassados na planície de Zoã, na terra do Egito.
13 Διεσχισε την θαλασσαν και διεπερασεν αυτους και εστησε τα υδατα ως σωρον·
13 Pois ele dividiu o mar e os conduziu na travessia; fez as águas se erguerem como muralhas.
14 και ωδηγησεν αυτους την ημεραν εν νεφελη και ολην την νυκτα εν φωτι πυρος.
14 Durante o dia, os guiava com uma nuvem, durante a noite, com a luz do fogo.
15 Διεσχισε πετρας εν τη ερημω και εποτισεν αυτους ως εκ μεγαλων αβυσσων·
15 No deserto, partiu as rochas para lhes dar água, como a que jorra de um manancial.
16 και εξηγαγε ρυακας εκ της πετρας και κατεβιβασεν υδατα ως ποταμους.
16 Da pedra, fez brotar riachos e correr água como um rio.
17 Αλλ' αυτοι εξηκολουθουν ετι αμαρτανοντες εις αυτον, παροξυνοντες τον Υψιστον εν ανυδρω τοπω·
17 Ainda assim, continuaram a pecar contra ele e se rebelaram contra o Altíssimo no deserto.
18 και επειρασαν τον Θεον εν τη καρδια αυτων, ζητουντες βρωσιν κατα την ορεξιν αυτων·
18 Puseram Deus à prova em seu coração e exigiram a comida que tanto queriam.
19 και ελαλησαν κατα του Θεου, λεγοντες, Μηπως δυναται ο Θεος να ετοιμαση τραπεζαν εν τη ερημω;
19 Chegaram a falar contra o próprio Deus, dizendo: “Deus não é capaz de nos dar comida no deserto.
20 Ιδου, επαταξε την πετραν, και ερρευσαν υδατα και χειμαρροι επλημμυρησαν· μηπως δυναται να δωση και αρτον; η να ετοιμαση κρεας εις τον λαον αυτου;
20 Sim, ele pode bater numa rocha e dela fazer brotar água, mas não é capaz de dar pão e carne a seu povo”.
21 Δια τουτο ηκουσεν ο Κυριος και ωργισθη· και πυρ εξηφθη κατα του Ιακωβ, ετι δε και οργη ανεβη κατα του Ισραηλ·
21 Quando o S enhor os ouviu, se enfureceu; o fogo de sua ira ardeu contra Jacó. Sim, sua ira se levantou contra Israel,
22 διοτι δεν επιστευσαν εις τον Θεον, ουδε ηλπισαν επι την σωτηριαν αυτου·
22 pois não creram em Deus nem confiaram em seu cuidado.
23 ενω προσεταξε τας νεφελας απο ανωθεν και τας θυρας του ουρανου ηνοιξε,
23 Apesar disso, ele deu ordem às nuvens; abriu as portas dos céus.
24 και εβρεξεν εις αυτους μαννα δια να φαγωσι και σιτον ουρανου εδωκεν εις αυτους·
24 Fez chover maná para alimentá-los; deu-lhes pão dos céus.
25 αρτον αγγελων εφαγεν ο ανθρωπος· τροφην εστειλεν εις αυτους μεχρι χορτασμου.
25 Eles comeram o pão dos anjos; receberam comida à vontade.
26 Εσηκωσεν εν τω ουρανω ανατολικον ανεμον, και δια της δυναμεως αυτου επεφερε τον νοτον·
26 Ele enviou dos céus o vento do leste e, por seu poder, guiou o vento do sul.
27 και εβρεξεν επ' αυτους κρεας ως το χωμα και πετεινα πτερωτα ως την αμμον της θαλασσης·
27 Fez chover carne como se fosse pó, muitas e muitas aves, como a areia da praia.
28 και εκαμε να πεσωσιν εις το μεσον του στρατοπεδου αυτων, κυκλω των σκηνων αυτων.
28 Fez as aves caírem dentro do acampamento, ao redor de suas tendas.
29 Και εφαγον και εχορτασθησαν σφοδρα· και εφερεν εις αυτους την επιθυμιαν αυτων·
29 O povo comeu à vontade; ele atendeu ao desejo deles.
30 δεν ειχον χωρισθη απο της επιθυμιας αυτων, ετι ητο εν τω στοματι αυτων βρωσις αυτων,
30 Mas, antes que estivessem satisfeitos, enquanto ainda tinham comida na boca,
31 και οργη του Θεου ανεβη επ' αυτους, και εφονευσε τους μεγαλητερους εξ αυτων και τους εκλεκτους του Ισραηλ κατεβαλεν.
31 a ira de Deus se levantou contra eles. Ele matou seus homens mais fortes; feriu mortalmente os jovens de Israel.
32 Εν πασι τουτοις ημαρτησαν ετι και δεν επιστευσαν εις τα θαυμασια αυτου.
32 Ainda assim, continuaram a pecar; não confiaram em Deus, apesar de suas maravilhas.
33 Δια τουτο συνετελεσεν εν ματαιοτητι τας ημερας αυτων και τα ετη αυτων εν ταραχη.
33 Por isso, reduziu a vida deles a um sopro e fez seus dias terminarem em terror.
34 Οτε εθανατονεν αυτους, τοτε εξεζητουν αυτον, και επεστρεφον και απο ορθρου προσετρεχον εις τον Θεον·
34 Quando Deus começou a matá-los, finalmente o buscaram; arrependeram-se e levaram Deus a sério.
35 και ενεθυμουντο, οτι ο Θεος ητο φρουριον αυτων και ο Θεος ο Υψιστος λυτρωτης αυτων.
35 Então lembraram que Deus era sua rocha, que o Deus Altíssimo
36 Αλλ' εκολακευον αυτον δια του στοματος αυτων και δια της γλωσσης αυτων εψευδοντο προς αυτον·
36 Contudo, foi só da boca para fora; mentiram para ele com os lábios.
37 Η δε καρδια αυτων δεν ητο ευθεια μετ' αυτου, και δεν ησαν πιστοι εις την διαθηκην αυτου.
37 Pois o coração não era leal a Deus; não foram fiéis à sua aliança.
38 Αυτος ομως οικτιρμων συνεχωρησε την ανομιαν αυτων και δεν ηφανισεν αυτους· αλλα πολλακις ανεστελλε τον θυμον αυτου, και δεν διηγειρεν ολην την οργην αυτου·
38 E, no entanto, ele foi misericordioso; perdoou seus pecados e não os destruiu. Muitas vezes conteve sua ira e não se enfureceu contra eles.
39 και ενεθυμηθη οτι ησαν σαρξ· ανεμος παρερχομενος και μη επιστρεφων.
39 Pois se lembrou de que eram simples mortais; passam como o vento, que não volta mais.
40 Ποσακις παρωξυναν αυτον εν τη ερημω, παρωργισαν αυτον εν τη ανυδρω,
40 Quantas vezes se rebelaram contra ele no deserto e o entristeceram naquela terra desolada!
41 και εστραφησαν και επειρασαν τον Θεον, και τον Αγιον του Ισραηλ παρωξυναν.
41 Repetidamente, puseram Deus à prova e provocaram o Santo de Israel.
42 Δεν ενεθυμηθησαν την χειρα αυτου, την ημεραν καθ' ην ελυτρωσεν αυτους απο του εχθρου·
42 Não se recordaram do seu poder, nem do dia em que ele os resgatou de seus inimigos.
43 πως εδειξεν εν Αιγυπτω τα σημεια αυτου και τα θαυμασια αυτου εν τη πεδιαδι Τανεως·
43 Não se lembraram dos sinais que ele fizera no Egito, das maravilhas realizadas na planície de Zoã.
44 και μετεβαλεν εις αιμα τους ποταμους αυτων και τους ρυακας αυτων, δια να μη πιωσιν.
44 Ele transformou os rios em sangue, para que ninguém bebesse de suas águas.
45 Απεστειλεν επ' αυτους κυνομυιαν και κατεφαγεν αυτους, και βατραχους και εφανισαν αυτους.
45 Enviou enxames de moscas para devorá-los e rãs para destruí-los.
46 Και παρεδωκε τους καρπους αυτων εις τον βρουχον και τους κοπους αυτων εις την ακριδα.
46 Entregou suas plantações às lagartas e suas colheitas, aos gafanhotos.
47 Κατηφανισε δια της χαλαζης τας αμπελους αυτων και τας συκαμινους αυτων με πετρας χαλαζης·
47 Destruiu as videiras com granizo e as figueiras, com geadas.
48 και παρεδωκεν εις την χαλαζαν τα κτηνη αυτων και τα ποιμνια αυτων εις τους κεραυνους.
48 Entregou seu gado à chuva de pedras e seus rebanhos, aos raios.
49 Απεστειλεν επ' αυτους την εξαψιν του θυμου αυτου, την αγανακτησιν και την οργην και την θλιψιν, αποστελλων αυτα δι' αγγελων κακοποιων.
49 Lançou sobre eles sua ira ardente, sua fúria, indignação e hostilidade. Enviou contra eles muitos anjos destruidores.
50 Ηνοιξεν οδον εις την οργην αυτου· δεν εφεισθη απο του θανατου την ψυχην αυτων, και παρεδωκεν εις θανατικον την ζωην αυτων·
50 Voltou sua ira contra eles; não lhes poupou a vida, mas os devastou com a peste.
51 και επαταξε παν πρωτοτοκον εν Αιγυπτω, την απαρχην της δυναμεως αυτων εν ταις σκηναις του Χαμ·
51 Matou todos os filhos mais velhos do Egito, a flor da juventude na terra de Cam.
52 και εσηκωσεν εκειθεν ως προβατα τον λαον αυτου και ωδηγησεν αυτους ως ποιμνιον εν τη ερημω·
52 Mas conduziu seu povo como um rebanho de ovelhas e os guiou em segurança pelo deserto.
53 και ωδηγησεν αυτους εν ασφαλεια, και δεν εδειλιασαν· τους δε εχθρους αυτων εσκεπασεν η θαλασσα.
53 Manteve-os a salvo, e não tiveram medo; o mar cobriu seus inimigos.
54 Και εισηγαγεν αυτους εις το οριον της αγιοτητος αυτου, το ορος τουτο, το οποιον απεκτησεν η δεξια αυτου·
54 Levou o povo até a fronteira de sua terra santa, à região montanhosa que para eles conquistou.
55 και εξεδιωξεν απ' εμπροσθεν αυτων τα εθνη και διεμοιρασεν αυτα κληρονομιαν με σχοινιον, και εν ταις σκηναις αυτων κατωκισε τας φυλας του Ισραηλ.
55 Diante deles expulsou as nações e repartiu entre eles sua herança; estabeleceu as tribos de Israel em seus lugares.
56 Και ομως επειρασαν και παρωξυναν τον Θεον τον υψιστον και δεν εφυλαξαν τα μαρτυρια αυτου·
56 Ainda assim, continuaram a pôr à prova o Deus Altíssimo e a se rebelar contra ele; não obedeceram a seus preceitos.
57 αλλ' εστραφησαν και εφερθησαν απιστως, ως οι πατερες αυτων· εστραφησαν ως τοξον στρεβλον·
57 Voltaram atrás e foram infiéis, como seus antepassados; mostraram-se indignos de confiança, como um arco defeituoso.
58 και παρωργισαν αυτον με τους υψηλους αυτων τοπους, και με τα γλυπτα αυτων διηγειραν αυτον εις ζηλοτυπιαν.
58 Provocaram a ira de Deus ao construir altares para outros deuses; com seus ídolos, despertaram nele ciúmes.
59 Ηκουσεν ο Θεος και υπερωργισθη και εβδελυχθη σφοδρα τον Ισραηλ·
59 Quando Deus os ouviu, se enfureceu e rejeitou por completo Israel.
60 και εγκατελιπε την σκηνην του Σηλω, την σκηνην οπου κατωκησε μεταξυ των ανθρωπων·
60 Abandonou sua habitação em Siló, o tabernáculo onde vivia no meio do povo.
61 και παρεδωκεν εις αιχμαλωσιαν την δυναμιν αυτου και την δοξαν αυτου εις χειρα εχθρου·
61 Deixou que a arca de seu poder fosse capturada, entregou sua glória nas mãos de inimigos.
62 και παρεδωκεν εις ρομφαιαν τον λαον αυτου και υπερωργισθη κατα της κληρονομιας αυτου·
62 Permitiu que seu povo fosse morto à espada, pois se enfureceu com eles, sua propriedade.
63 τους νεους αυτων κατεφαγε πυρ, και αι παρθενοι αυτων δεν ενυμφευθησαν·
63 Os jovens foram consumidos pelo fogo, e as moças não puderam entoar canções de núpcias.
64 οι ιερεις αυτων επεσον εν μαχαιρα, και αι χηραι αυτων δεν επενθησαν.
64 Os sacerdotes foram mortos à espada, e as viúvas não puderam lamentar as mortes.
65 Τοτε εξηγερθη ως εξ υπνου ο Κυριος, ως ανθρωπος δυνατος, βοων απο οινου·
65 Então o Senhor se levantou, como de um sono, como o guerreiro que desperta da embriaguez.
66 και επαταξε τους εχθρους αυτου εις τα οπισω· ονειδος αιωνιον εθεσεν επ' αυτους.
66 Fez os inimigos recuarem e os entregou à vergonha para sempre.
67 Και απερριψε την σκηνην Ιωσηφ, και την φυλην Εφραιμ δεν εξελεξεν.
67 Rejeitou, porém, os descendentes de José; não escolheu a tribo de Efraim.
68 Αλλ' εξελεξε την φυλην Ιουδα, το ορος της Σιων, το οποιον ηγαπησε.
68 Antes, escolheu a tribo de Judá, o monte Sião, que ele amou.
69 Και ωκοδομησεν ως υψηλα παλατια το αγιαστηριον αυτου, ως την γην την οποιαν εθεμελιωσεν εις τον αιωνα.
69 Ali construiu seu santuário, alto como os céus, firme e duradouro como a terra.
70 Και εξελεξε Δαβιδ τον δουλον αυτου και ανελαβεν αυτον εκ των ποιμνιων των προβατων·
70 Escolheu Davi, seu servo, e dos currais o chamou.
71 Εξοπισθεν των θηλαζοντων προβατων εφερεν αυτον, δια να ποιμαινη Ιακωβ τον λαον αυτου και Ισραηλ την κληρονομιαν αυτου·
71 Tirou-o do pastoreio de ovelhas e cordeiros e tornou-o pastor dos descendentes de Jacó, o povo que a Deus pertence, Israel.
72 Και εποιμανεν αυτους κατα την ακακιαν της καρδιας αυτου· και δια της συνεσεως των χειρων αυτου ωδηγησεν αυτους.
72 Com coração sincero, Davi cuidou deles e os conduziu com sensatez.
Atalhos do teclado
- Capítulo anterior←
- Próximo capítulo→
- Versículo anteriork
- Próximo versículoj
- Limpar seleçãoEsc
- Esta ajuda?
Estude este capítulo no WhatsApp
Peça à IA da Bíblia Fala para explicar Salmos 78, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.