Salmos 107
Modern Greek (GREEK) vs NTLH
1 Δοξολογειτε τον Κυριον, διοτι ειναι αγαθος, διοτι το ελεος αυτου μενει εις τον αιωνα.
1 Deem graças a Deus, o Senhor , porque ele é bom, e porque o seu amor dura para sempre.
2 Ας λεγωσιν ουτως οι λελυτρωμενοι του Κυριου, τους οποιους ελυτρωσεν εκ χειρος του εχθρου·
2 Que aqueles que ele libertou repitam isso em louvor ao Ele os livrou das mãos dos seus inimigos
3 και συνηγαγεν αυτους εκ των χωρων, απο ανατολης και δυσεως απο βορρα και απο νοτου.
3 e fez com que eles voltassem dos países estrangeiros, do Norte e do Sul, do Leste e do Oeste.
4 Περιεπλανωντο εν τη ερημω, εν οδω ανυδρω· ουδε ευρισκον πολιν δια κατοικησιν.
4 Alguns andaram perdidos pelo deserto e não acharam nenhuma cidade onde morar.
5 Ησαν πεινωντες και διψωντες· η ψυχη αυτων απεκαμνεν εν αυτοις.
5 Estavam com fome e com sede e haviam perdido toda a esperança.
6 Τοτε εβοησαν προς τον Κυριον εν τη θλιψει αυτων· και ηλευθερωσεν αυτους απο των αναγκων αυτων.
6 Então, na sua angústia, gritaram por socorro, e o das suas aflições.
7 Και ωδηγησεν αυτους δι' ευθειας οδου, δια να υπαγωσιν εις πολιν κατοικιας.
7 Ele os levou pelo caminho certo para uma cidade em que pudessem morar.
8 Ας υμνολογωσιν εις τον Κυριον τα ελεη αυτου και τα θαυμασια αυτου τα προς τους υιους των ανθρωπων·
8 Que eles agradeçam ao Senhor o seu amor e as coisas maravilhosas que fez por eles!
9 Διοτι εχορτασε ψυχην διψωσαν, και ψυχην πεινωσαν ενεπλησεν απο αγαθων.
9 Pois ele dá água aos que têm sede e coisas boas aos que estão com fome.
10 Τους καθημενους εν σκοτει και σκια θανατου, τους δεδεμενους εν θλιψει και εν σιδηρω·
10 Alguns estavam vivendo na escuridão, nas trevas, aflitos e presos com correntes de ferro
11 διοτι ηπειθησαν εις τα λογια του Θεου και την βουλην του Υψιστου κατεφρονησαν·
11 porque haviam se revoltado contra as ordens do Deus Altíssimo e rejeitado os seus ensinamentos.
12 δια τουτο εταπεινωσε την καρδιαν αυτων εν κοπω· επεσον, και δεν υπηρχεν ο βοηθων.
12 Por causa do trabalho pesado eles estavam esgotados; caíam, e ninguém os ajudava.
13 Τοτε εβοησαν προς τον Κυριον εν τη θλιψει αυτων, και εσωσεν αυτους απο των αναγκων αυτων·
13 Então, na sua angústia, gritaram por socorro, e o das suas aflições.
14 εξηγαγεν αυτους εκ του σκοτους και εκ της σκιας του θανατου και τα δεσμα αυτων συνετριψεν.
14 Ele os tirou da escuridão, das trevas, e quebrou em pedaços as correntes que os prendiam.
15 Ας υμνολογωσιν εις τον Κυριον τα ελεη αυτου και τα θαυμασια αυτου τα προς τους υιους των ανθρωπων·
15 Que eles agradeçam ao Senhor o seu amor e as coisas maravilhosas que fez por eles!
16 διοτι συνετριψε πυλας χαλκινας και μοχλους σιδηρους κατεκοψεν.
16 Pois ele derruba portões de bronze e despedaça barras de ferro.
17 Οι αφρονες βασανιζονται δια τας παραβασεις αυτων και δια τας ανομιας αυτων.
17 Alguns foram insensatos e sofreram por causa dos seus pecados, por causa da sua vida de rebeldia;
18 Παν φαγητον βδελυττεται η ψυχη αυτων, και πλησιαζουσιν εως των πυλων του θανατου.
18 ficaram com enjoo diante da comida e chegaram bem perto da morte.
19 Τοτε βοωσι προς τον Κυριον εν τη θλιψει αυτων, και σωζει αυτους απο των αναγκων αυτων·
19 Então, na sua angústia, gritaram por socorro, e o das suas aflições.
20 αποστελλει τον λογον αυτου και ιατρευει αυτους και ελευθερονει απο της φθορας αυτων.
20 Com a sua palavra, ele os curou e os salvou da morte.
21 Ας υμνολογωσιν εις τον Κυριον τα ελεη αυτου, και τα θαυμασια αυτου τα προς τους υιους των ανθρωπων·
21 Que eles agradeçam ao Senhor o seu amor e as coisas maravilhosas que fez por eles!
22 και ας θυσιαζωσι θυσιας αινεσεως και ας κηρυττωσι τα εργα αυτου εν αγαλλιασει.
22 Que ofereçam sacrifícios de gratidão e, com canções de alegria, anunciem tudo o que ele tem feito!
23 Οι καταβαινοντες εις την θαλασσαν με πλοια, καμνοντες εργασιας εν υδασι πολλοις,
23 Alguns viajaram em navios nos oceanos, ganhando a vida nos mares;
24 αυτοι βλεπουσι τα εργα του Κυριου και τα θαυμασια αυτου τα γινομενα εις τα βαθη·
24 eles viram o que o Senhor Deus faz, as coisas maravilhosas que realiza nos mares.
25 Διοτι προσταζει, και εγειρεται ανεμος καταιγιδος, και υψονει τα κυματα αυτης.
25 Ele dava ordem, e um vento forte começava a soprar e a levantar as ondas.
26 Αναβαινουσιν εως των ουρανων και καταβαινουσιν εως των αβυσσων· η ψυχη αυτων τηκεται υπο της συμφορας.
26 Os navios subiam bem alto e depois mergulhavam nas profundezas. No meio desse perigo, os homens ficavam apavorados.
27 Σειονται και κλονιζονται ως ο μεθυων, και πασα η σοφια αυτων χανεται.
27 Tropeçavam e andavam balançando como bêbados; e toda a sua prática de marinheiros não adiantava nada.
28 Τοτε κραζουσι προς τον Κυριον εν τη θλιψει αυτων, και εξαγει αυτους απο των αναγκων αυτων.
28 Então, na sua angústia, gritavam por socorro, e o das suas aflições.
29 Κατασιγαζει την ανεμοζαλην, και σιωπωσι τα κυματα αυτης.
29 Ele acalmava a tempestade, e as ondas ficavam quietas.
30 Και ευφραινονται, διοτι ησυχασαν· και οδηγει αυτους εις τον επιθυμητον λιμενα αυτων.
30 Eles se alegravam porque o mar tinha ficado calmo; e assim Deus os levava em segurança para o porto desejado.
31 Ας υμνολογωσιν εις τον Κυριον τα ελεη αυτου και τα θαυμασια αυτου τα προς τους υιους των ανθρωπων·
31 Que eles agradeçam ao Senhor o seu amor e as coisas maravilhosas que fez por eles!
32 και ας υψονωσιν αυτον εν τη συναξει του λαου, και εν τω συνεδριω των πρεσβυτερων ας αινωσιν αυτον.
32 Anunciem a sua grandeza quando o povo se reunir; louvem a Deus na assembleia dos líderes.
33 Μεταβαλλει ποταμους εις ερημον και πηγας υδατων εις ξηρασιαν·
33 Deus fez com que os rios se tornassem deserto e as fontes de água secassem completamente.
34 την καρποφορον γην εις αλμυραν, δια την κακιαν των κατοικουντων εν αυτη.
34 Ele fez com que a terra boa virasse um deserto salgado por causa da maldade dos que moravam nela.
35 Μεταβαλλει την ερημον εις λιμνας υδατων και την ξηραν γην εις πηγας υδατων.
35 Ele fez com que o deserto se transformasse em lagos e a terra seca virasse fontes de água.
36 Και εκει κατοικιζει τους πεινωντας, και συγκροτουσι πολεις εις κατοικησιν·
36 Deixou que gente faminta morasse ali. Eles construíram uma cidade e moraram nela;
37 και σπειρουσιν αγρους και φυτευουσιν αμπελωνας, οιτινες καμνουσι καρπους γεννηματος.
37 semearam os campos, fizeram plantações de uvas, e foram boas as colheitas.
38 Και ευλογει αυτους, και πληθυνονται σφοδρα, και δεν ολιγοστευει τα κτηνη αυτων.
38 Deus abençoou o seu povo, e eles tiveram muitos filhos. Deus não deixou que o gado diminuísse.
39 Ολιγοστευουσιν ομως επειτα και ταπεινονονται, απο της στενοχωριας, της συμφορας και του πονου.
39 O povo de Deus foi derrotado e humilhado e sentiu o peso do sofrimento e dos maus-tratos.
40 Επιχεει καταφρονησιν επι τους αρχοντας και καμνει αυτους να περιπλανωνται εν ερημω αβατω.
40 Então Deus mostrou o seu desprezo pelos reis que os maltrataram e fez com que esses reis andassem sem rumo na solidão dos desertos.
41 Τον δε πενητα υψονει απο της πτωχειας και καθιστα ως ποιμνια τας οικογενειας.
41 Mas livrou os pobres da miséria e fez com que as suas famílias aumentassem como rebanhos.
42 Οι ευθεις βλεπουσι και ευφραινονται· πασα δε ανομια θελει εμφραξει το στομα αυτης.
42 Os que são bons veem isso e ficam contentes, mas todos os maus têm de calar a boca.
43 Οστις ειναι σοφος ας παρατηρη ταυτα· και θελουσιν εννοησει τα ελεη του Κυριου.
43 Que aqueles que são sábios pensem nessas coisas e meditem no amor de Deus, o
Atalhos do teclado
- Capítulo anterior←
- Próximo capítulo→
- Versículo anteriork
- Próximo versículoj
- Limpar seleçãoEsc
- Esta ajuda?
Estude este capítulo no WhatsApp
Peça à IA da Bíblia Fala para explicar Salmos 107, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.