Salmos 104
Modern Greek (GREEK) vs BKJ
1 Ευλογει, η ψυχη μου, τον Κυριον. Κυριε Θεε μου, εμεγαλυνθης σφοδρα· τιμην και μεγαλοπρεπειαν εισαι ενδεδυμενος·
1 Bendize ao SENHOR, ó minha alma. Ó SENHOR meu Deus, tu és muitíssimo grandioso; tu estás vestido de honra e majestade.
2 ο περιτυλιττομενος το φως ως ιματιον, ο εκτεινων τον ουρανον ως καταπετασμα·
2 Tu que te cobres de luz como um vestido; quem estende os céus como uma cortina.
3 ο στεγαζων με υδατα τα υπερωα αυτου· ο ποιων τα νεφη αμαξαν αυτου· ο περιπατων επι πτερυγων ανεμων·
3 Quem põe as vigas das suas câmaras nas águas; quem faz das nuvens a sua carruagem; quem anda sobre as asas do vento.
4 ο ποιων τους αγγελους αυτου πνευματα, τους λειτουργους αυτου πυρος φλογα·
4 Quem faz dos seus anjos espíritos, e dos seus ministros um fogo flamejante.
5 ο θεμελιων την γην επι την βασιν αυτης, δια να μη σαλευθη εις τον αιωνα του αιωνος.
5 Quem lançou os fundamentos da terra; para que ela não fosse removida para sempre.
6 Με την αβυσσον, ως με ιματιον, εκαλυψας αυτην· τα υδατα εσταθησαν επι των ορεων·
6 Tu a cobriste com o abismo, como com um vestido; as águas estavam sobre os montes.
7 απο επιτιμησεως σου εφυγον· απο της φωνης της βροντης σου εσυρθησαν εν βια·
7 À tua repreensão eles fugiram; à voz do teu trovão eles se apressaram em sair.
8 ανεβησαν εις τα ορη, κατεβησαν εις τας κοιλαδας, εις τοπον, τον οποιον διωρισας δι' αυτα·
8 Eles sobem aos montes, descem aos vales, até ao lugar que fundaste para eles.
9 εθεσας οριον, το οποιον δεν θελουσιν υπερβη ουδε θελουσιν επιστρεψει δια να σκεπασωσι την γην.
9 Puseste-lhes um termo que não poderão ultrapassar, para que não mais tornem a cobrir a terra.
10 Ο εξαποστελλων πηγας εις τας φαραγγας, δια να ρεωσιν αναμεσον των ορεων·
10 Ele envia as fontes para dentro dos vales, as quais correm entre as colinas.
11 ποτιζουσι παντα τα θηρια του αγρου· οι αγριοι ονοι σβυνουσι την διψαν αυτων·
11 Dão de beber a todo o animal do campo; os jumentos selvagens saciam a sua sede.
12 πλησιον αυτων τα πετεινα του ουρανου κατασκηνουσι, και αναμεσον των κλαδων κελαδουσιν.
12 Junto delas as aves do céu terão a sua habitação, cantando entre os galhos.
13 Ο ποτιζων τα ορη εκ των υπερωων αυτου· απο του καρπου των εργων σου χορταινει η γη.
13 Ele rega os montes a partir de suas câmaras; a terra sacia-se do fruto das tuas obras.
14 Ο αναδιδων χορτον δια τα κτηνη και βοτανην προς χρησιν του ανθρωπου, δια να εξαγη τροφην εκ της γης,
14 Ele faz crescer a grama para o gado, e a erva para o serviço do homem, para fazer sair o alimento da terra,
15 και οινον ευφραινοντα την καρδιαν του ανθρωπου, ελαιον δια να λαμπρυνη το προσωπον αυτου, και αρτον στηριζοντα την καρδιαν του ανθρωπου.
15 E o vinho que alegra o coração do homem, e o óleo que faz brilhar a sua face, e o pão que fortalece o coração do homem.
16 Εχορτασθησαν τα δενδρα του Κυριου· αι κεδροι του Λιβανου, τας οποιας εφυτευσεν·
16 As árvores do SENHOR estão cheias de seiva, os cedros do Líbano que ele plantou,
17 Οπου τα πετεινα καμνουσι φωλεας· αι πευκαι ειναι η κατοικια του πελαργου.
17 onde as aves fazem os seus ninhos; quanto à cegonha, os pinheiros são a sua casa.
18 Τα ορη τα υψηλα ειναι δια τας δορκαδας· αι πετραι καταφυγη εις τους δασυποδας.
18 Os altos montes são um refúgio para as cabras selvagens, e os rochedos para os coelhos.
19 Εκαμε την σεληνην δια τους καιρους· ο ηλιος γνωριζει την δυσιν αυτου.
19 Ele designou a lua para as estações; o sol conhece o seu ocaso.
20 Φερεις σκοτος, και γινεται νυξ· εν αυτη περιφερονται παντα τα θηρια του δασους·
20 Tu fazes a escuridão, e vem a noite, na qual rastejam todos os animais da floresta.
21 οι σκυμνοι βρυχωνται δια να αρπασωσι, και να ζητησωσι παρα του Θεου την τροφην αυτων.
21 Os leõezinhos bramam por sua presa, e de Deus buscam o seu alimento.
22 Ο ηλιος ανατελλει· συναγονται και πλαγιαζουσιν εν τοις σπηλαιοις αυτων·
22 O sol nasce, e eles se reúnem, e se deitam nos seus covis.
23 εξερχεται ο ανθρωπος εις το εργον αυτου και εις την εργασιαν αυτου εως εσπερας.
23 O homem sai para sua obra, e ao seu trabalho, até a tarde.
24 Ποσον μεγαλα ειναι τα εργα σου, Κυριε· τα παντα εν σοφια εποιησας· η γη ειναι πληρης των ποιηματων σου·
24 Ó SENHOR, quão variadas são as tuas obras! Em sabedoria tu fizestes todos; a terra está cheia das tuas riquezas.
25 αυτη η θαλασσα η μεγαλη και ευρυχωρος. Εκει ειναι ερπετα αναριθμητα, ζωα μικρα μετα μεγαλων·
25 Assim é este mar grande e amplo, onde há inúmeros seres rastejantes, animais pequenos e grandes.
26 εκει διατρεχουσι τα πλοια· εκει ο Λευιαθαν ουτος, τον οποιον επλασας δια να παιζη εν αυτη.
26 Ali vão os navios; lá está aquele leviatã, a quem tu fizeste para brincar com ele.
27 Παντα ταυτα επι σε ελπιζουσι, δια να δωσης εν καιρω την τροφην αυτων.
27 Todos esperam em ti, que tu lhes dês o alimento no tempo devido.
28 Διδεις εις αυτα, συναγουσιν· ανοιγεις την χειρα σου, χορταινουσιν αγαθα.
28 O que tu lhes dás, eles ajuntam; abres a tua mão, e eles se enchem de bens.
29 Αποστρεφεις το προσωπον σου, ταραττονται· σηκονεις την πνοην αυτων, αποθνησκουσι και εις το χωμα αυτων επιστρεφουσιν·
29 Escondes a tua face, eles ficam perturbados; se lhes tiras o fôlego, eles morrem, e retornam ao seu pó.
30 εξαποστελλεις το πνευμα σου, κτιζονται, και ανανεονεις το προσωπον της γης.
30 Tu envias o teu Espírito, eles são criados, e assim renovas a face da terra.
31 Η δοξα του Κυριου εστω εις τον αιωνα· ας ευφραινεται ο Κυριος εις τα εργα αυτου·
31 A glória do SENHOR durará para sempre; o SENHOR se regozijará nas suas obras.
32 ο επιβλεπων επι την γην και καμνων αυτην να τρεμη· εγγιζει τα ορη, και καπνιζουσι.
32 Ele olha para a terra, e ela treme; ele toca os montes, e eles fumegam.
33 Θελω ψαλλει εις τον Κυριον ενοσω ζω· θελω ψαλμωδει εις τον Θεον μου ενοσω υπαρχω.
33 Cantarei ao SENHOR enquanto eu viver; cantarei louvores ao meu Deus enquanto eu tiver o meu ser.
34 Η εις αυτον μελετη μου θελει εισθαι γλυκεια· εγω θελω ευφραινεσθαι εις τον Κυριον.
34 A minha meditação sobre ele será doce; eu me alegrarei no SENHOR.
35 Ας εκλειψωσιν οι αμαρτωλοι απο της γης και οι ασεβεις ας μη υπαρχωσι πλεον. Ευλογει, η ψυχη μου, τον Κυριον. Αλληλουια.
35 Que os pecadores sejam consumidos e desapareçam da terra, e que os perversos não existam mais. Bendize ao SENHOR, ó minha alma. Louvai ao SENHOR.
Atalhos do teclado
- Capítulo anterior←
- Próximo capítulo→
- Versículo anteriork
- Próximo versículoj
- Limpar seleçãoEsc
- Esta ajuda?
Estude este capítulo no WhatsApp
Peça à IA da Bíblia Fala para explicar Salmos 104, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.