Rute 3
Modern Greek (GREEK) vs BKJ
1 Και ειπε προς αυτην η Ναομι η πενθερα αυτης, Θυγατηρ μου, να μη ζητησω αναπαυσιν εις σε δια να ευημερησης;
1 Então, Noemi, sua sogra, lhe disse: Minha filha, não buscarei eu descanso para ti, para que fiques bem?
2 και τωρα, μηπως δεν ειναι Βοοζ εκ της συγγενειας ημων, μετα των κορασιων του οποιου ησο; ιδου, αυτος λικμιζει ταυτην την νυκτα το αλωνιον των κριθων·
2 E, agora, não é Boaz, com cujas criadas tu estavas, nosso parente? Eis que esta noite ele joeirará a cevada na eira.
3 λουσθητι λοιπον και αλειφθητι και ενδυθητι την στολην σου και καταβα εις το αλωνιον· μη γνωρισθης εις τον ανθρωπον, εωσου τελειωση απο του να φαγη και να πιη·
3 Lava-te, portanto, e unge-te, e coloca sobre ti as tuas vestes, e desce até a eira; mas não te faças conhecida ao homem, até que tenha terminado de comer e beber.
4 και ενω πλαγιαζει, παρατηρησον τον τοπον οπου πλαγιαζει, και ελθουσα σηκωσον το σκεπασμα απο των ποδων αυτου, και πλαγιασον· και εκεινος θελει σοι ειπει τι να καμης.
4 E será que, quando ele se deitar, tu marcarás o lugar onde ele se deitar, e entrarás, e descobrirás os seus pés, e te deitarás; e ele dirá o que deves fazer.
5 Η δε ειπε προς αυτην, Παντα οσα λεγεις εις εμε, θελω καμει.
5 E ela lhe disse: Tudo o que me disseres, farei.
6 Και κατεβη εις το αλωνιον και εκαμε παντα οσα προσεταξεν εις αυτην η πενθερα αυτης.
6 E ela desceu até a eira, e fez de acordo com tudo o que a sua sogra lhe havia ordenado.
7 Και αφου ο Βοοζ εφαγε και επιε, και ευφρανη η καρδια αυτου, υπηγε να πλαγιαση εις την ακραν του σωρου του σιτου· εκεινη δε ηλθε κρυφιως και εσηκωσε ο σκεπασμα απο των ποδων αυτου και επλαγιασε.
7 E quando Boaz já havia comido e bebido, e o seu coração estava alegre, ele foi se deitar no fim da pilha de grãos; e ela chegou delicadamente, e descobriu os seus pés, e se deitou.
8 Και προς το μεσονυκτιον εξεστη ο ανθρωπος και συνεταραχθη· και ιδου, γυνη εκοιματο παρα τους ποδας αυτου.
8 E, sucedeu que, à meia-noite, o homem ficou temeroso e se virou; e eis que uma mulher estava deitada aos seus pés.
9 Και ειπε, Ποια εισαι συ; Εκεινη δε απεκριθη, Εγω η Ρουθ η δουλη σου· απλωσον λοιπον την πτερυγα σου επι την δουλην σου· διοτι εισαι ο πλησιεστερος συγγενης μου.
9 E ele disse: Quem és tu? E ela respondeu: Eu sou Rute, tua criada; estende pois a tua aba sobre a tua criada; porque tu me és um parente próximo.
10 Ο δε ειπεν, Ευλογημενη να ησαι παρα Κυριου, θυγατερ· διοτι εδειξας περισσοτεραν αγαθωσυνην εσχατως παρα προτερον, μη υπαγουσα κατοπιν νεων, ειτε πτωχων ειτε πλουσιων·
10 E ele disse: Bendita sejas tu do SENHOR, minha filha; pois demonstraste mais benevolência no final do que no começo, porquanto não seguiste os moços, quer pobres ou ricos.
11 και τωρα, θυγατερ, μη φοβου· θελω καμει εις σε παν ο, τι ειπης· διοτι πασα η πολις του λαου μου εξευρει οτι εισαι γυνη εναρετος·
11 E, agora, minha filha, não temas; farei contigo tudo o que requeres; pois toda a cidade do meu povo sabe que tu és uma mulher virtuosa.
12 και τωρα ειναι αληθες οτι εγω ειμαι στενος συγγενης· ειναι ομως αλλος συγγενης πλησιεστερος εμου·
12 E eis que é verdade que sou de ti um parente próximo; embora haja um parente ainda mais próximo do que eu.
13 μεινον ταυτην την νυκτα· και το πρωι εαν αυτος θελη να εκπληρωση προς σε το χρεος το συγγενικον, καλον· ας το εκπληρωση· αλλ' εαν δεν θελη να εκπληρωση προς σε το χρεος το συγγενικον, τοτε εγω θελω εκπληρωσει τουτο προς σε, ζη Κυριος· κοιμηθητι εως πρωι.
13 Espera esta noite, e será que, pela manhã, se ele cumprir diante de ti a parte de um parente, bem; que faça a parte do parente; mas se não fizer a parte de um parente para contigo, então eu farei a parte de um parente para contigo, como vive o SENHOR; deita-te até o amanhecer.
14 Και εκοιμηθη παρα τους ποδας αυτου εως πρωι· και εσηκωθη πριν διακρινη ανθρωπος ανθρωπον. Και εκεινος ειπεν, Ας μη γνωρισθη οτι ηλθεν η γυνη εις το αλωνιον.
14 E ela se deitou aos seus pés até a manhã; e ela se levantou antes que um pudesse conhecer o outro. E ele disse: Que não se saiba que uma mulher entrou na eira.
15 Ειπε προσετι, Φερε το περικαλυμμα το επανω σου και κρατει αυτο. Και εκεινη εκρατει αυτο, και αυτος εμετρησεν εξ μετρα κριθης και εβαλεν επ' αυτην· και υπηγεν εις την πολιν.
15 Disse também ele: Traz o véu que tens sobre ti, e segura-o. E, quando ela o segurou, ele mediu seis medidas de cevada, e lhas pôs em cima; e ela foi para a cidade.
16 Και οτε ηλθε προς την πενθεραν αυτης, εκεινη ειπε, Τι εγεινεν εις σε, θυγατηρ μου; Και αυτη ανηγγειλε προς αυτην παντα οσα εκαμεν εις αυτην ο ανθρωπος·
16 E quando ela veio para sua sogra, ela disse, Quem és tu, minha filha? E ela lhe contou tudo o que o homem havia feito por ela.
17 και ειπεν, Εδωκεν εις εμε ταυτα τα εξ μετρα της κριθης· διοτι, Δεν θελεις υπαγει, μοι ειπε, κενη προς την πενθεραν σου.
17 E ela disse: Estas seis medidas de cevada ele me deu; pois me disse: Não vás vazia até a tua sogra.
18 Η δε ειπε, Καθου, θυγατηρ μου, εωσου ιδης πως θελει τελειωσει το πραγμα· διοτι ο ανθρωπος δεν θελει ησυχασει, εωσου τελειωση το πραγμα σημερον.
18 Então ela disse: Assenta-te e aquieta-te, minha filha, até que saibas como a questão recairá; pois o homem não terá repouso até que tenha terminado com isto hoje.
Atalhos do teclado
- Capítulo anterior←
- Próximo capítulo→
- Versículo anteriork
- Próximo versículoj
- Limpar seleçãoEsc
- Esta ajuda?
Estude este capítulo no WhatsApp
Peça à IA da Bíblia Fala para explicar Rute 3, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.