Juízes 5
Modern Greek (GREEK) vs BKJ
1 Και εψαλαν η Δεβορρα και ο Βαρακ ο υιος του Αβινεεμ εν τη ημερα εκεινη, λεγοντες,
1 Então cantaram Débora e Baraque, o filho de Abinoão, dizendo:
2 Επειδη προεπορευθησαν αρχηγοι εν τω Ισραηλ, Επειδη ο λαος προσεφερεν εαυτον εκουσιως, Ευλογειτε τον Κυριον.
2 Louvai ao SENHOR pela vingança de Israel, quando o povo se ofereceu voluntariamente.
3 Ακουσατε, βασιλεις· δοτε ακροασιν, σατραπαι· εγω, εις τον Κυριον εγω θελω ψαλλει εις Κυριον τον Θεον του Ισραηλ θελω ψαλμωδει.
3 Ouvi, ó reis; dai ouvido, ó príncipes; eu mesma cantarei ao SENHOR; cantarei louvor ao SENHOR Deus de Israel.
4 Κυριε, οτε εξηλθες απο Σηειρ, οτε εκινησας απο της πεδιαδος του Εδωμ, η γη εσεισθη και οι ουρανοι εσταλαξαν, αι νεφελαι ετι εσταλαξαν υδωρ.
4 SENHOR, quando tu saíste de Seir, quando marchaste para fora do campo de Edom, a terra tremeu, e os céus gotejaram, as nuvens também gotejaram água.
5 Τα ορη ετακησαν υπο της παρουσιας του Κυριου· αυτο το Σινα απο της παρουσιας Κυριου του Θεου του Ισραηλ.
5 Os montes derreteram diante do SENHOR, até mesmo o Sinai diante do SENHOR Deus de Israel.
6 Εν ταις ημεραις του Σαμεγαρ υιου του Αναθ, εν ταις ημεραις της Ιαηλ, εγκατελειφθησαν αι οδοι, και οι διαβαται περιεπατουν οδους πλαγιας.
6 Nos dias de Sangar, o filho de Anate, nos dias de Jael, as grandes rotas estavam desocupadas, e os viajantes caminhavam por caminhos secundários.
7 Εξελιπον οι ηγεμονες εν τω Ισραηλ, εξελιπον, εωσου εγω η Δεβορρα εσηκωθην, εσηκωθην μητηρ εν τω Ισραηλ.
7 Os habitantes das aldeias cessaram, eles cessaram em Israel, até que eu, Débora, me levantei, até que eu levantei uma mãe em Israel.
8 Εξελεξαν θεους νεους· τοτε πολεμος εν ταις πυλαις· εφανη αρα ασπις η λογχη μεταξυ τεσσαρακοντα χιλιαδων εν τω Ισραηλ;
8 Eles escolheram novos deuses; então houve guerra nos portões; foi visto algum escudo ou lança entre quarenta mil em Israel?
9 Η καρδια μου ειναι προς τους αρχηγους του Ισραηλ, οσοι μεταξυ του λαου προσεφεραν εαυτους εκουσιως. Ευλογειτε τον Κυριον.
9 O meu coração está inclinado aos governantes de Israel, que se ofereceram voluntariamente no meio do povo. Bendizei ao SENHOR.
10 Υμνολογειτε· οι επιβαινοντες επι λευκων ονων, οι καθημενοι εις το κρινειν, και οι περιπατουντες εν ταις οδοις.
10 Falai, vós que cavalgam em jumentos brancos, vós que vos assentais em juízo, e andais pelo caminho.
11 Ελευθερωθεντες απο του κροτου των τοξοτων, εν τοις τοποις οπου αντλουσιν υδωρ, εκει θελουσι διηγεισθαι τας δικαιοσυνας του Κυριου, τας δικαιοσυνας των ηγεμονων αυτου μεταξυ του Ισραηλ. Κατεβη τοτε εις τας πυλας ο λαος του Κυριου.
11 Aqueles que são libertos do ruído dos arqueiros nos lugares de coleta de água, ali eles recitarão os atos de justiça do SENHOR, os atos de justiça para com os habitantes das suas aldeias em Israel; então, o povo do SENHOR descerá até os portões.
12 Εγερθητι, εγερθητι, Δεβορρα· εγερθητι, εγερθητι, προφερε ωδην· σηκωθητι, Βαρακ, και αιχμαλωτισον τους αιχμαλωτους σου, υιε του Αβινεεμ.
12 Desperta, desperta, Débora; desperta, desperta, entoa um cântico; levanta-te, Baraque, e leva cativo o teu cativeiro, tu, filho de Abinoão.
13 Τοτε κατεβη το εγκαταλελειμμενον του λαου εναντιον των ισχυρων· ο Κυριος κατεβη μετ' εμου εναντιον των δυνατων.
13 Então, ele fez com que aquele que permanece tenha domínio sobre os nobres no meio do povo: o SENHOR me fez ter o domínio sobre os poderosos.
14 Εκ του Εφραιμ οι κατοικουντες το ορος Αμαληκ κατεβησαν κατοπιν σου, Βενιαμιν, μεταξυ των λαων σου. Εκ του Μαχειρ κατεβησαν οι αρχηγοι, και εκ του Ζαβουλων οι κρατουντες ραβδον γραμματεως.
14 De Efraim houve uma raiz contra Amaleque; depois de ti, Benjamim, no meio do teu povo; de Maquir desceram governantes, e de Zebulom aqueles que manuseiam a pena do escritor.
15 Και οι αρχοντες του Ισσαχαρ μετα της Δεβορρας, ο Ισσαχαρ προσετι και ο Βαρακ· κατοπιν τουτου εδραμον εις την κοιλαδα. Εις τας διαιρεσεις του Ρουβην ηγερθησαν μεγαλοι στοχασμοι καρδιας.
15 E os príncipes de Issacar estiveram com Débora; Issacar mesmo, e também Baraque; ele foi enviado a pé para o vale. Para as divisões de Rúben houve grandes pensamentos do coração.
16 Δια τι εκαθησας μεταξυ εις τας μανδρας, δια να ακουης τα βελασματα των ποιμνιων; εις τας διαιρεσεις του Ρουβην ηγερθησαν μεγαλαι συζητησεις καρδιας.
16 Por que habitaste no meio dos apriscos, para ouvir os balidos dos rebanhos? Para as divisões de Rúben houve grandes buscas do coração.
17 Ο Γαλααδ ησυχαζε περαν του Ιορδανου· και ο Δαν δια τι εμενεν εις τα πλοια; ο Ασηρ εκαθητο εις τα παραλια, και ησυχαζεν εις τους λιμενας αυτου.
17 Gileade habitou além do Jordão; e por que Dã permaneceu em navios? Aser continuou à beira-mar, e habitou nas suas brechas.
18 Ο Ζαβουλων ειναι λαος προσφερων την ζωην αυτου εις θανατον, και ο Νεφθαλι, επι τα υψη της πεδιαδος.
18 Zebulom e Naftali eram um povo que arriscava a sua vida à morte nos lugares altos do campo.
19 Ηλθον οι βασιλεις, επολεμησαν· τοτε επολεμησαν οι βασιλεις Χανααν εν Θααναχ πλησιον των υδατων του Μεγιδδω· λαφυρον αργυριου δεν ελαβον.
19 Os reis vieram e lutaram; então lutaram contra os reis de Canaã em Tanaque, junto as águas de Megido; eles não tiveram qualquer ganho em dinheiro.
20 Εκ του ουρανου επολεμησαν, οι αστερες εκ της πορειας αυτων επολεμησαν εναντιον του Σισαρα.
20 Eles lutaram desde o céu; as estrelas, em suas órbitas, lutaram contra Sísera.
21 Ο ποταμος Κισων κατεσυρεν αυτους, ο παλαιος ποταμος, ο ποταμος Κισων. Κατεπατησας, ψυχη μου, δυναμιν.
21 O rio de Quisom os varreu para longe, aquele rio antigo, o rio Quisom. Ó minha alma, tu pisaste sobre a força.
22 Τοτε κατετριβησαν οι ονυχες των ιππων απο του ορμητικου δρομου, του ορμητικου δρομου των επ' αυτους ισχυρων.
22 Depois, as patas dos cavalos foram quebradas por meio do seu galope, o galope dos seus poderosos.
23 Καταρασθε την Μηρωζ, ειπεν ο αγγελος του Κυριου, καταρασθε καταραν τους κατοικους αυτης διοτι δεν ηλθον εις βοηθειαν του Κυριου, εις βοηθειαν του Κυριου εναντιον των δυνατων.
23 Amaldiçoai Meroz, disse o anjo do SENHOR, amaldiçoai amargamente os seus habitantes; porque não vieram em auxílio ao SENHOR, em auxílio ao SENHOR contra os poderosos.
24 Ευλογημενη ας ηναι υπερ τας γυναικας η Ιαηλ, η γυνη του Εβερ του Κεναιου· υπερ τας γυναικας εν ταις σκηναις ευλογημενη ας ηναι.
24 Abençoada sobre as mulheres será Jael, a esposa de Héber, o queneu; abençoada ela será sobre as mulheres na tenda.
25 Υδωρ εζητησε, γαλα εδωκε· βουτυρον προσεφερεν εις μεγαλοπρεπη κρατηρα.
25 Ele pediu água, e ela lhe deu leite; ela lhe trouxe manteiga em um prato nobre.
26 Την αριστεραν αυτης ηπλωσεν εις τον πασσαλον, και την δεξιαν αυτης εις την σφυραν των εργατων· και σφυροκοπησασα τον Σισαρα εσχισε την κεφαλην αυτου, και συνεθλασε και διεπερασε τους μηνιγγας αυτου.
26 Ela colocou a sua mão no cravo, e a sua mão direita no martelo dos trabalhadores; e com o martelo ela feriu Sísera, ela golpeou a sua cabeça, quando perfurou e atravessou as suas têmporas.
27 Μεταξυ των ποδων αυτης συνεκαμφθη, επεσεν, εκειτο· μεταξυ των ποδων αυτης συνεκαμφθη, επεσεν· οπου συνεκαμφθη, εκει επεσε νεκρος.
27 Aos seus pés ele se curvou, caiu e deitou; aos seus pés ele se curvou, ele caiu; onde se curvou, ali ele caiu morto.
28 Η μητηρ του Σισαρα εκυπτε δια της θυριδος και εβοα δια του δικτυωτου, Δια τι η αμαξα αυτου βραδυνει να ελθη, δια τι εβραδυναν οι τροχοι των αμαξων αυτου;
28 A mãe de Sísera olhava por uma janela, e chorava através da grade: Por que a sua carruagem demora tanto para vir? Por que tardam as rodas das suas carruagens?
29 Αι σοφαι κυριαι αυτης απεκρινοντο προς αυτην· αυτη μαλιστα εδιδε την αποκρισιν προς εαυτην·
29 As suas sábias damas lhe respondiam, sim, ela voltava a responder a si mesma:
30 Δεν επετυχον; δεν διεμοιρασαν τα λαφυρα; μιαν η δυο νεας εις εκαστον ανδρα, εις τον Σισαρα λαφυρα ποικιλοχροα, λαφυρα ποικιλοχροα κεντητα, ποικιλοχροα κεντητα και εκ των δυο μερων, περιλαιμια των λαφυραγωγουμενων;
30 Não se apressaram eles? Não repartiram os despojos; para cada homem uma ou duas donzelas; para Sísera um despojo de várias cores, um despojo de várias cores de bordados, de várias cores de bordados em ambos os lados, juntam-se para o pescoço daqueles que tomam o despojo?
31 Ουτω να απολεσθωσι παντες οι εχθροι σου, Κυριε· οι δε αγαπωντες αυτον ας ηναι ως ο ηλιος ανατελλων εν τη δοξη αυτου. Και ανεπαυθη η γη τεσσαρακοντα ετη.
31 Então que pereçam todos os teus inimigos, ó SENHOR, mas que aqueles que o amam sejam como o sol, quando desponta no seu poder. E a terra teve descanso por quarenta anos.
Atalhos do teclado
- Capítulo anterior←
- Próximo capítulo→
- Versículo anteriork
- Próximo versículoj
- Limpar seleçãoEsc
- Esta ajuda?
Estude este capítulo no WhatsApp
Peça à IA da Bíblia Fala para explicar Juízes 5, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.