Juízes 13
Modern Greek (GREEK) vs BKJ
1 Και επραξαν παλιν οι υιοι Ισραηλ πονηρα ενωπιον του Κυριου· και παρεδωκεν αυτους ο Κυριος εις την χειρα των Φιλισταιων τεσσαρακοντα ετη.
1 E os filhos de Israel fizeram o mal diante dos olhos do SENHOR; e o SENHOR os entregou na mão dos filisteus por quarenta anos.
2 Ητο δε ανθρωπος τις απο Σαραα, εκ της συγγενειας Δαν, και το ονομα αυτου Μανωε· η δε γυνη αυτου ητο στειρα, και δεν εγεννα.
2 E havia um certo homem de Zorá, da família dos danitas, cujo nome era Manoá; e a sua esposa era estéril, e não dava à luz.
3 Και εφανη αγγελος Κυριου εις την γυναικα και ειπε προς αυτην, Ιδου, τωρα εισαι στειρα και δεν γεννας· πλην θελεις συλλαβει και θελεις γεννησει υιον·
3 E o anjo do SENHOR apareceu para a mulher, e lhe disse: Eis que agora tu és estéril, e não dás à luz; mas conceberás e darás à luz um filho.
4 και τωρα λοιπον προσεχε μη πιης οινον η σικερα και μη φαγης μηδεν ακαθαρτον·
4 Agora, portanto, guarda-te, rogo-te, e não bebas vinho, nem bebida forte, e não comas nenhuma coisa impura;
5 διοτι, ιδου, θελεις συλλαβει και θελεις γεννησει υιον· και ξυραφιον δεν θελει αναβη επι την κεφαλην αυτου, διοτι το παιδιον θελει εισθαι Ναζηραιος εις τον Θεον εκ κοιλιας μητρος αυτου· και αυτος θελει αρχισει να ελευθερονη τον Ισραηλ εκ της χειρος των Φιλισταιων.
5 pois, eis que conceberás, e darás à luz um filho; e nenhuma navalha passará sobre a sua cabeça; porquanto a criança será um nazireu para Deus desde o ventre; e ele começará a libertar Israel das mãos dos filisteus.
6 Και υπηγεν η γυνη και ειπε προς τον ανδρα αυτης, λεγουσα, Ανθρωπος Θεου ηλθε προς εμε, και το ειδος αυτου ητο ως ειδος αγγελου Θεου, φοβερον σφοδρα· αλλα δεν ηρωτησα αυτον ποθεν ειναι, ουδε το ονομα αυτου εφανερωσεν εις εμε·
6 Então, a mulher veio e contou ao seu marido, dizendo: Um homem de Deus veio a mim, e a sua aparência era como a aparência de um anjo de Deus, mui terrível; mas eu não lhe perguntei de onde ele era, tampouco ele me disse o seu nome.
7 και ειπε προς εμε, Ιδου, θελεις συλλαβει και θελεις γεννησει υιον· τωρα λοιπον μη πιης οινον μηδε σικερα και μη φαγης μηδεν ακαθαρτον· διοτι το παιδιον θελει εισθαι Ναζηραιος εις τον Θεον, εκ κοιλιας μητρος αυτου εως της ημερας του θανατου αυτου.
7 Mas ele me disse: Eis que conceberás, e darás à luz um filho; e, agora, não bebas vinho, nem bebida forte, tampouco comas nada impuro; porquanto a criança será um nazireu para Deus desde o ventre até o dia da sua morte.
8 Τοτε προσευχηθη ο Μανωε προς τον Κυριον, και ειπε, Δεομαι, Κυριε μου, ο ανθρωπος του Θεου, τον οποιον απεστειλας, ας ελθη παλιν προς ημας και ας διδαξη ημας τι να καμωμεν εις το παιδιον, το οποιον μελλει να γεννηθη.
8 Então Manoá suplicou ao SENHOR, e disse: Ó Senhor meu! Permita que o homem de Deus que enviaste venha novamente a nós, e nos ensine o que devemos fazer à criança que haverá de nascer.
9 Και εισηκουσεν ο Θεος την φωνην του Μανωε· και ηλθε παλιν ο αγγελος του Θεου προς την γυναικα, ενω αυτη εκαθητο εν τω αγρω· ο δε Μανωε ο ανηρ αυτης δεν ητο μετ' αυτης.
9 E Deus atentou para a voz de Manoá; e o anjo de Deus veio novamente à mulher enquanto ela estava sentada no campo; mas Manoá, seu marido, não estava com ela.
10 Και ετρεξεν η γυνη μετα σπουδης και ανηγγειλε προς τον ανδρα αυτης, λεγουσα προς αυτον, Ιδου, εφανη εις εμε ο ανθρωπος, οστις ηλθε προς εμε την ημεραν εκεινην.
10 E a mulher se apressou, e correu, e mostrou ao seu marido, e lhe disse: Eis que o homem que veio até a mim no outro dia me apareceu.
11 Και εσηκωθη ο Μανωε και ηκολουθησε την γυναικα αυτου και ηλθε προς τον ανθρωπον και ειπε προς αυτον, Συ εισαι ο ανθρωπος οστις ελαλησας προς την γυναικα; Ο δε ειπεν, Εγω.
11 E Manoá se levantou, e foi após a sua esposa, e veio até o homem, e lhe disse: És tu o homem que falou com a mulher? E ele disse: Sou eu.
12 Και ειπεν ο Μανωε, Τωρα γενηθητω ο λογος σου· τι πρεπει να καμωμεν εις το παιδιον και τι να γεινη εις αυτο;
12 E Manoá disse: Ora, que as tuas palavras se cumpram. Como devemos encaminhar a criança, e como devemos proceder para com ela?
13 Και ειπεν ο αγγελος του Κυριου προς τον Μανωε, Απο παντων οσα ειπα προς την γυναικα, ας φυλαχθη·
13 E o anjo do SENHOR disse a Manoá: De tudo o que eu disse à mulher, que ela se guarde.
14 απο παντος ο, τι εξερχεται εξ αμπελου ας μη φαγη και οινον και σικερα ας μη πιη· και μηδεν ακαθαρτον ας μη φαγη· παντα οσα παρηγγειλα εις αυτην, ας φυλαξη.
14 Ela não deve comer de qualquer coisa que venha da videira, nem a deixe beber vinho ou bebida forte, tampouco comer qualquer coisa impura; tudo o que eu lha ordenei, que ela observe.
15 Και ειπεν ο Μανωε προς τον αγγελον του Κυριου, να σε κρατησωμεν, παρακαλω, και να ετοιμασωμεν εις σε εριφιον εξ αιγων.
15 E Manoá disse ao anjo do SENHOR: Rogo-te, permite que te detenhamos, até que tenhamos preparado um cabrito para ti.
16 Και ειπεν ο αγγελος του Κυριου προς τον Μανωε, Και αν με κρατησης, δεν θελω φαγει απο του αρτου σου· και εαν καμης ολοκαυτωμα, προς τον Κυριον προσφερε αυτο· διοτι δεν εγνωρισεν ο Μανωε οτι ητο αγγελος Κυριου.
16 E o anjo do SENHOR disse a Manoá: Mesmo que me detenhas, não comerei do teu pão; e se quiseres oferecer uma oferta queimada, deves oferecê-la ao SENHOR. Porque Manoá não sabia que ele era um anjo do SENHOR.
17 Και ειπεν ο Μανωε προς τον αγγελον του Κυριου, Τι ειναι το ονομα σου, δια να σε δοξασωμεν, αφου εκπληρωθη ο λογος σου;
17 E Manoá disse ao anjo do SENHOR: Qual é o teu nome, para que, quando os teus dizeres vierem a se cumprir, possamos te prestar honra?
18 Ο δε αγγελος του Κυριου ειπε προς αυτον, Δια τι ερωτας περι του ονοματος μου; διοτι ειναι θαυμαστον.
18 E o anjo do SENHOR lhe disse: Por que perguntas o meu nome, vendo que é secreto?
19 Τοτε ελαβεν ο Μανωε το εριφιον το εξ αιγων και την εξ αλφιτων προσφοραν και προσεφερεν εις τον Κυριον επι της πετρας· και εθαυματουργησεν· ο δε Μανωε και η γυνη αυτου εβλεπον.
19 Assim, Manoá tomou um cabrito com uma oferta de alimento, e a ofereceu sobre uma rocha ao SENHOR; e o anjo agiu maravilhosamente; e Manoá e a sua esposa o observaram.
20 Διοτι, ενω η φλοξ ανεβαινεν επανωθεν του θυσιαστηριου προς τον ουρανον, ανεβη και ο αγγελος του Κυριου εν τη φλογι του θυσιαστηριου· ο δε Μανωε και η γυνη αυτου εβλεπον· και επεσαν κατα προσωπον επι την γην.
20 Pois, sucedeu que, quando a chama subiu do altar em direção ao céu, o anjo do SENHOR ascendeu do altar na chama; e Manoá e a sua esposa olharam e caíram sobre a sua face em terra.
21 Και δεν εφανη πλεον ο αγγελος του Κυριου εις τον Μανωε και εις την γυναικα αυτου. Τοτε εγνωρισεν ο Μανωε οτι ητο αγγελος Κυριου.
21 Mas o anjo do SENHOR não apareceu mais a Manoá e sua esposa. Então Manoá soube que era um anjo do SENHOR.
22 Και ειπεν ο Μανωε προς την γυναικα αυτου, Βεβαιως θελομεν αποθανει, διοτι ειδομεν τον Θεον.
22 E Manoá disse à sua esposa: Certamente morreremos, porque vimos Deus.
23 Αλλ' η γυνη αυτου ειπε προς αυτον, Εαν ο Κυριος ηθελε να θανατωση ημας, δεν ηθελε δεχθη ολοκαυτωμα και προσφοραν εκ της χειρος ημων, ουδε ηθελε δειξει εις ημας παντα ταυτα, ουδε αναγγειλει προς ημας τοιαυτα εν τοιουτω καιρω.
23 Porém, sua esposa lhe disse: Se agradasse ao SENHOR nos matar, ele não teria recebido uma oferta queimada e uma oferta de alimento das nossas mãos, nem teria nos mostrado todas estas coisas, tampouco nos teria dito, neste dia, coisas como estas.
24 Και εγεννησεν η γυνη υιον και εκαλεσε το ονομα αυτου Σαμψων· και ηυξηνθη το παιδιον, και ευλογησεν αυτο ο Κυριος.
24 E a mulher deu à luz um filho, e lhe deu o nome Sansão; e a criança cresceu, e o SENHOR o abençoou.
25 Και πνευμα Κυριου ηρχισε να διεγειρη αυτο εν τω στρατοπεδω του Δαν, μεταξυ Σαραα και Εσθαολ.
25 E o Espírito do SENHOR começou a movê-lo, por vezes, no campo de Dã, entre Zorá e Estaol.
Atalhos do teclado
- Capítulo anterior←
- Próximo capítulo→
- Versículo anteriork
- Próximo versículoj
- Limpar seleçãoEsc
- Esta ajuda?
Estude este capítulo no WhatsApp
Peça à IA da Bíblia Fala para explicar Juízes 13, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.