Jeremias 8
Modern Greek (GREEK) vs BKJ
1 Εν τω καιρω εκεινω, λεγει Κυριος, θελουσιν εκριψει τα οστα των βασιλεων του Ιουδα και τα οστα των αρχοντων αυτου και τα οστα των ιερεων, και τα οστα των προφητων και τα οστα των κατοικων της Ιερουσαλημ, απο των ταφων αυτων·
1 Naquele tempo, diz o SENHOR, eles irão trazer para fora das suas sepulturas os ossos dos reis de Judá, e os ossos de seus príncipes, e os ossos dos sacerdotes, e os ossos dos profetas, e os ossos dos habitantes de Jerusalém.
2 και θελουσιν απλωσει αυτα κατεναντι του ηλιου και της σεληνης και κατεναντι πασης της στρατιας του ουρανου, τα οποια ηγαπησαν και τα οποια ελατρευσαν και οπισω των οποιων περιεπατησαν και τα οποια εξεζητησαν και τα οποια προσεκυνησαν· δεν θελουσι συναχθη ουδε ταφη· θελουσιν εισθαι δια κοπριαν επι του προσωπου της γης.
2 E, eles os espalharão perante o sol, e a lua, e todo o exército do céu, a quem eles têm amado, e a quem eles têm servido, e após quem eles têm andado, e a quem eles têm buscado, e a quem eles têm adorado. Eles não serão reunidos, nem serão enterrados. Eles serão por esterco sobre a face da terra.
3 Και ο θανατος θελει εισθαι προτιμοτερος παρα την ζωην εις απαν το υπολοιπον των εναπολειφθεντων απο εκεινης της πονηρας γενεας, οσοι ηθελον μεινει εν πασι τοις τοποις, οπου ηθελον εξωσει αυτους, λεγει ο Κυριος των δυναμεων.
3 E morte será escolhida ao invés de vida por todo o remanescente daqueles que sobrarem desta família maligna, que restarem em todos os lugares para onde eu os tenho impelido, diz o SENHOR dos Exércitos.
4 Και θελεις ειπει προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος· Εαν τις πεση, δεν σηκονεται; εαν τις εκκλινη, δεν θελει επιστρεψει;
4 Além disso tu lhes dirás: Assim diz o SENHOR: Eles cairão e não se levantarão? Desviar-se-ão, e não retornarão?
5 Δια τι ο λαος ουτος της Ιερουσαλημ εστραφη παντοτεινην στροφην; προσηλονονται εις την απατην, αρνουνται να επιστρεψωσιν.
5 Por que, pois, se desvia este povo de Jerusalém por uma apostasia perpétua? Eles agarram-se firmemente ao engano, eles recusam-se a retornar.
6 Ηκροασθην και ηκουσα, αλλα δεν ελαλησαν εν ευθυτητι· δεν υπαρχει ουδεις μετανοων απο της κακιας αυτου, λεγων, Τι επραξα; πας τις εστραφη εις την οδον αυτου, ως ιππος εφορμων εις την μαχην.
6 Eu escutei e ouvi, porém eles não falaram corretamente. Nenhum homem arrepende-se de sua perversidade, dizendo: O que eu tenho feito? Cada um atenta para o seu rumo, como o cavalo arroja-se para dentro da batalha.
7 Και αυτος ο πελαργος εν τω ουρανω γνωριζει τους διωρισμενους καιρους αυτου· και η τρυγων και ο γερανος και η χελιδων φυλαττουσι τον καιρον της ελευσεως αυτων· ο δε λαος μου δεν γνωριζει την κρισιν του Κυριου.
7 Sim, a cegonha no céu conhece os seus tempos determinados, e a tartaruga, e o grou, e a andorinha observam o tempo de sua vinda, porém o meu povo não conhece o juízo do SENHOR.
8 Πως λεγετε, Ειμεθα σοφοι, και ο νομος του Κυριου ειναι μεθ' ημων; ιδου, βεβαιως εις ματην εγεινε τουτο· ο καλαμος των γραμματεων ειναι ψευδης.
8 Como pois dizeis: Nós somos sábios, e a lei do SENHOR está conosco? Eis que certamente em vão fez ele isto, a pena dos escribas é vã.
9 Οι σοφοι κατησχυνθησαν, επτοηθησαν και συνεληφθησαν, διοτι απερριψαν τον λογον του Κυριου· και ποια σοφια ειναι εν αυτοις;
9 Os homens sábios estão envergonhados, eles estão consternados e capturados. Eis que rejeitaram a palavra do SENHOR, e que sabedoria há neles?
10 Δια τουτο θελω δωσει τας γυναικας αυτων εις αλλους, τους αγρους αυτων εις εκεινους οιτινες θελουσι κληρονομησει αυτους· διοτι πας τις απο μικρου εως μεγαλου εδοθη εις πλεονεξιαν· απο προφητου εως ιερεως, πας τις πραττει ψευδος.
10 Portanto darei as suas esposas a outros, e os seus campos para aqueles que os herdarão, pois cada um, desde o menor até o maior é dado à ganância, desde o profeta até o sacerdote, cada um deles comporta-se falsamente.
11 Διοτι ιατρευσαν το συντριμμα της θυγατρος του λαου μου επιπολαιως, λεγοντες, Ειρηνη, ειρηνη· και δεν υπαρχει ειρηνη.
11 Porque eles curaram a ferida da filha do meu povo superficialmente, dizendo: Paz, paz, quando não há paz.
12 Μηπως ησχυνθησαν οτι επραξαν βδελυγμα; μαλιστα ουδολως δεν ησχυνθησαν ουδε ηρυθριασαν· δια τουτο θελουσι πεσει μεταξυ των πιπτοντων· εν τω καιρω της επισκεψεως αυτων θελουσιν απολεσθη, ειπε Κυριος.
12 Estavam pois envergonhados quando cometeram abominação? Não, de modo algum envergonharam-se, nem foram capazes de envergonhar-se. Portanto eles cairão no meio dos que caem. No momento da sua visitação, serão desmoralizados, diz o SENHOR.
13 Εξαπαντος θελω αναλωσει αυτους, λεγει Κυριος· δεν θελουσιν εισθαι σταφυλαι εν τη αμπελω ουδε συκα εν τη συκεα και το φυλλον θελει μαρανθη· και τα αγαθα, τα οποια εδωκα εις αυτους, θελουσι φυγει απ' αυτων.
13 Eu certamente os consumirei, diz o SENHOR. Não haverá uvas na vinha, nem figos na figueira, e a folha irá murchar, e o que eu lhes dei deixarão de existir por causa deles.
14 Δια τι καθημεθα; συναχθητε και ας εισελθωμεν εις τας οχυρας πολεις και ας κατασιωπησωμεν εκει, διοτι Κυριος ο Θεος ημων κατεσιωπησεν ημας και εποτισεν ημας υδωρ χολης, επειδη ημαρτησαμεν εις τον Κυριον.
14 Por que nós nos sentamos imóveis? Reuni-vos e entremos nas cidades protegidas e estejamos ali em silêncio, pois o SENHOR nosso Deus nos emudeceu, e nos deu água de fel para beber, porque nós pecamos contra o SENHOR.
15 Επροσμειναμεν ειρηνην, αλλ' ουδεν αγαθον· καιρον θεραπειας, αλλ' ιδου, ταραχη.
15 Nós procuramos paz, porém não chegou bem algum; e o tempo da cura, e eis que nos sobreveio aflição!
16 Το φρυαγμα των ιππων αυτου ηκουσθη απο Δαν· πασα η γη εσεισθη απο του ηχου του χρεμετισμου των ρωμαλεων ιππων αυτου· διοτι ηλθον και κατεφαγον την γην και το πληρωμα αυτης· την πολιν και τους κατοικουντας εν αυτη·
16 O resfolegar dos seus cavalos foi ouvido desde Dã. A terra toda tremeu ao som do relinchar dos seus fortes, porque eles chegaram e devoraram a terra, e tudo o que há nela, a cidade e aqueles que habitam nela.
17 διοτι, ιδου, εγω εξαποστελλω προς εσας οφεις, βασιλισκους, οιτινες δεν θελουσι γοητευεσθαι αλλα θελουσι σας δαγκανει, λεγει Κυριος.
17 Porque, eis que eu enviarei entre vós serpentes e cocatrices, contra as quais não haverá encantamento, e elas vos morderão, diz o SENHOR.
18 Ηθελησα να παρηγορηθω απο της λυπης, αλλ' η καρδια μου ειναι εκλελυμενη εντος μου.
18 No tempo em que eu me confortaria contra a tristeza, meu coração desfalece em mim.
19 Ιδου, φωνη κραυγης της θυγατρος του λαου μου απο γης μακρας. Δεν ειναι ο Κυριος εν Σιων; ο βασιλευς αυτης δεν ειναι εν αυτη; Δια τι με παρωργισαν με τα γλυπτα αυτων, με ματαιοτητας ξενας;
19 Eis a voz de choro da filha de meu povo por causa daqueles que habitam em uma região distante. Não está o SENHOR em Sião? Não está o seu rei dentro dela? Por que eles me provocaram a ira com as suas imagens esculpidas, e com estranhas vaidades?
20 Παρηλθεν ο θερισμος, ετελειωσε το θερος, και ημεις δεν εσωθημεν.
20 A colheita passou, o verão está terminado, e nós não estamos salvos.
21 Δια το συντριμμα της θυγατρος του λαου μου επληγωθην, ειμαι εις πενθος, εκπληξις με κατελαβε.
21 Pela ferida da filha de meu povo estou ferido, estou de luto, o assombro tomou conta de mim.
22 Δεν ειναι βαλσαμον εν Γαλααδ; δεν ειναι εκει ιατρος; δια τι λοιπον η θυγατηρ του λαου μου δεν ανελαβε την υγειαν αυτης;
22 Não há bálsamo em Gileade? Não há médico lá? Por que então não se recuperou a saúde da filha do meu povo?
Atalhos do teclado
- Capítulo anterior←
- Próximo capítulo→
- Versículo anteriork
- Próximo versículoj
- Limpar seleçãoEsc
- Esta ajuda?
Estude este capítulo no WhatsApp
Peça à IA da Bíblia Fala para explicar Jeremias 8, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.