Jeremias 2

Modern Greek (GREEK) vs BKJ

Sair da comparação
1 Και εγεινε λογος Κυριου προς εμε λεγων,
1 Além disso a palavra do SENHOR veio a mim, dizendo:
2 Υπαγε και βοησον εις τα ωτα της Ιερουσαλημ λεγων, Ουτω λεγει Κυριος· Ενθυμουμαι περι σου την προς σε ευμενειαν μου εν τη νεοτητι σου, την αγαπην της νυμφευσεως σου, οτε με ηκολουθεις εν τη ερημω, εν γη ασπαρτω·
2 Vai e clama aos ouvidos de Jerusalém, dizendo: Assim diz o SENHOR. Eu lembro-me de ti, a bondade de tua juventude, o amor de tuas bodas, quando tu viestes após mim no deserto, em uma terra que não era semeada.
3 ο Ισραηλ ητο αγιος εις τον Κυριον, απαρχη των γεννηματων αυτου· παντες οι κατατρωγοντες αυτον ησαν ενοχοι· κακον ηλθεν επ' αυτους, λεγει Κυριος.
3 Israel era santidade para o SENHOR, e as primícias de sua expansão. Todos que o devoram serão tidos por culpados, o mal lhes sobrevirá, diz o SENHOR.
4 Ακουσατε τον λογον του Κυριου, οικος Ιακωβ και πασαι αι συγγενειαι του οικου Ισραηλ·
4 Ouvi vós a palavra do SENHOR, ó casa de Jacó, e todas as famílias da casa de Israel.
5 Ουτω λεγει Κυριος· Ποιαν αδικιαν ευρηκαν εν εμοι οι πατερες σας, ωστε απεμακρυνθησαν απ' εμου και περιεπατηααν οπισω της ματαιοτητος και εματαιωθησαν;
5 Assim diz o SENHOR: Que iniquidade acharam os vossos pais em mim, para que eles se afastem de mim e andem após vaidade, tornando-se vãos?
6 και δεν ειπον, Που ειναι ο Κυριος, ο αναβιβασας ημας εκ γης Αιγυπτου, ο οδηγησας ημας δια της ερημου, δια τοπου ερημιας και χασματων, δια τοπου ανυδριας και σκιας θανατου, δια τοπου τον οποιον δεν επερασεν ανθρωπος και οπου ανθρωπος δεν κατωκησε;
6 Nem disseram eles: Onde está o SENHOR que nos tirou da terra do Egito, que nos conduziu através do deserto, através de uma terra de desertos e de covas, através de uma terra de seca, e da sombra da morte, através de uma terra que nenhum homem atravessa e onde nenhum homem habita?
7 Και σας εισηγαγον εις τοπον καρποφορον, δια να τρωγητε τους καρπους αυτου και τα αγαθα αυτου· αφου ομως εισηλθετε, εμιανατε την γην μου και κατεστησατε βδελυγμα την κληρονομιαν μου.
7 E eu vos trouxe para terra abundante, para comerdes o seu fruto, e os seus bens. Porém quando vós entrastes, vós profanastes a minha terra e fizestes minha herança uma abominação.
8 Οι ιερεις δεν ειπον, Που ειναι ο Κυριος; και οι κρατουντες τον νομον δεν με εγνωρισαν· και οι ποιμενες εγινοντο παραβαται εναντιον μου, και οι προφηται προεφητευον δια του Βααλ και περιεπατουν οπισω πραγματων ανωφελων.
8 Os sacerdotes não disseram: Onde está o SENHOR? E aqueles que lidam com a lei não me conhecem. Os pastores também transgrediram contra mim, e os profetas profetizaram por Baal, e andaram após coisas que não beneficiam.
9 Δια τουτο ετι θελω κριθη με εσας, λεγει Κυριος, και με τους υιους των υιων σας θελω κριθη.
9 Portanto ainda pleitearei convosco, diz o SENHOR, e com os filhos de vossos filhos pleitearei.
10 Διοτι διαβητε εις τας νησους των Κητιαιων και ιδετε· και πεμψατε εις Κηδαρ· και παρατηρησατε επιμελως, και ιδετε αν εσταθη τοιουτον πραγμα.
10 Pois atravessai as ilhas de Quitim e vede. E enviai até Quedar, e ponderai diligentemente, e vede se existe tal coisa.
11 Ηλλαξεν εθνος θεους, αν και ουτοι δεν ηναι θεοι; ο λαος μου ομως ηλλαξε την δοξαν αυτου με πραγμα ανωφελες.
11 Alguma nação trocou os seus deuses, por outros que não são deuses? Porém o meu povo trocou a sua glória por uma que não beneficia.
12 Εκπλαγητε, ουρανοι, δια τουτο, και φριξατε, συνταραχθητε σφοδρα, λεγει Κυριος.
12 Estai atônitos, ó céus, por causa disto, e ficai terrivelmente temerosos, ficai muito desolados, diz o SENHOR.
13 Διοτι δυο κακα επραξεν ο λαος μου· εμε εγκατελιπον, την πηγην των ζωντων υδατων, και εσκαψαν εις εαυτους λακκους, λακκους συντετριμμενους, οιτινες δεν δυνανται να κρατησωσιν υδωρ.
13 Porque o meu povo fez duas maldades: Abandonaram-me, a fonte de águas vivas, e cavaram cisternas para si, cisternas quebradas que não podem armazenar água.
14 Μηπως ειναι δουλος ο Ισραηλ; η δουλος οικογενης; δια τι κατεσταθη λαφυρον;
14 É Israel um servo? É ele um escravo nascido em casa? Por que ele é mimado?
15 Οι σκυμνοι εβρυχησαν επ' αυτον, εξεδωκαν την φωνην αυτων και κατεστησαν την γην αυτου ερημον· αι πολεις αυτου κατεκαησαν και εμειναν ακατοικητοι.
15 Os leõezinhos rugiram sobre ele, e gritaram. E eles tornaram a terra devastada. As suas cidades estão queimadas, e sem habitante.
16 Οι υιοι προσετι της Νωφ και της Ταφνης συνετριψαν την κορυφην σου.
16 Também os filhos de Nofa e Tafnes te quebraram a coroa da tua cabeça.
17 Δεν εκαμες τουτο συ εις σεαυτον, διοτι εγκατελιπες Κυριον τον Θεον σου οτε σε ωδηγει εν τη οδω;
17 Tu não adquiristes isto para ti, uma vez que abandonaste o SENHOR teu Deus, quando ele te conduzia pelo caminho?
18 Και τωρα τι εχεις να καμης εν τη οδω της Αιγυπτου, δια να πιης τα υδατα Σιωρ; η τι εχεις να καμης εν τη οδω της Ασσυριας, δια να πιης τα υδατα του ποταμου;
18 E agora o que tu tens para fazer no caminho do Egito, para beberes as águas de Sior? Ou o que tens tu para fazer no caminho da Assíria, para beberes as águas do rio?
19 Η ασεβεια σου θελει σε παιδευσει και αι παραβασεις σου θελουσι σε ελεγξει· γνωρισον λοιπον και ιδε, οτι ειναι κακον και πικρον, το οτι εγκατελιπες Κυριον τον Θεον σου, και δεν ειναι ο φοβος μου εν σοι, λεγει Κυριος ο Θεος των δυναμεων.
19 Tua própria perversidade deverá te corrigir, e tuas rebeldias irão reprovar-te. Sabe, pois, e vê que isto é uma coisa má e amarga, que tenhas abandonado o SENHOR teu Deus e que meu temor não está em ti, diz o Senhor DEUS dos Exércitos.
20 Επειδη προ πολλου συνετριψα τον ζυγον σου, διεσπασα τα δεσμα σου, και συ ειπας, δεν θελω σταθη παραβατης πλεον· ενω επι παντα υψηλον λοφον και υποκατω παντος δενδρου πρασινου περιεπλανηθης εκπορνευων.
20 Pois há muito tempo eu quebrei o teu jugo e rompia as tuas ataduras, e tu dizes: Eu não transgredirei; quando sobre toda alta colina e sob toda árvore verde tu perambulas, agindo como prostituta.
21 Εγω δε σε εφυτευσα αμπελον εκλεκτην, σπερμα ολως αληθινον· πως λοιπον μετεβληθης εις παρεφθαρμενον κλημα αμπελου ξενης εις εμε;
21 Contudo eu te plantei como uma vinha nobre, uma semente inteiramente correta. Como então te tornaste uma planta degenerada, de uma vinha estranha para mim?
22 Δια τουτο και εαν πλυθης με νιτρον και πληθυνης εις σεαυτον το σμηγμα, η ανομια σου μενει σεσημειωμενη ενωπιον μου, λεγει Κυριος ο Θεος.
22 Porque ainda que te laves com salitre, e tomes para ti muito sabão, contudo tua iniquidade está evidente perante a mim, diz o Senhor DEUS.
23 Πως δυνασαι να ειπης, δεν εμιανθην, δεν υπηγα οπισω των Βααλειμ; ιδε την οδον σου εν τη φαραγγι, γνωρισον τι επραξας· εισαι ταχεια δρομας διατρεχουσα εν ταις οδοις αυτης·
23 Como podes tu dizer: Eu não estou contaminada, eu não fui após Baalim? Vê teu caminho no vale, conhece o que fizeste. Tu és uma dromedária ligeira, atravessando os seus caminhos.
24 ονος αγρια συνειθισμενη εις την ερημον, αναπνεουσα τον αερα κατα την επιθυμιαν της καρδιας αυτης· την ορμην αυτης, τις δυναται να επιστρεψη αυτην; παντες οι ζητουντες αυτην δεν θελουσι κοπιαζει· εν τω μηνι αυτης θελουσιν ευρει αυτην.
24 Uma jumenta selvagem acostumada ao deserto, que sorve o vento no seu desejo. Em sua ocasião, quem poderá desviá-la? Todos aqueles que a buscam não se cansarão. No seu mês eles a encontrarão.
25 Κρατησον τον ποδα σου απο του να περιπατησης ανυποδητος, και τον λαρυγγα σου απο διψης· αλλα συ ειπας, εις ματην· ουχι· διοτι ηγαπησα ξενους και κατοπιν αυτων θελω υπαγει.
25 Refreia teu pé de andar descalço, e a tua garganta da sede. Porém tu dizes: Não há esperança. Não, pois eu amo os estranhos e após eles eu irei.
26 Καθως ο κλεπτης αισχυνεται οταν ευρεθη, ουτω θελει αισχυνθη ο οικος Ισραηλ, αυτοι, οι βασιλεις αυτων, οι αρχοντες αυτων και οι ιερεις αυτων και οι προφηται αυτων·
26 Como o ladrão é envergonhado quando o encontram, assim envergonha-se a casa de Israel. Eles, seus reis, seus príncipes e seus sacerdotes e seus profetas,
27 οιτινες λεγουσι προς το ξυλον, Πατηρ μου εισαι· και προς τον λιθον, Συ με εγεννησας· διοτι εστρεψαν νωτα προς εμε και ουχι προσωπον· εν τω καιρω ομως της συμφορας αυτων θελουσιν ειπει, Αναστηθι και σωσον ημας.
27 que dizem a um tronco: Tu és meu pai. E para uma pedra: Tu me deste à luz. Porquanto eles viraram para mim as suas costas e não a sua face. Porém no tempo das suas aflições dirão: Levanta-te, e salva-nos.
28 Και που ειναι οι θεοι σου, τους οποιους εκαμες εις σεαυτον; ας αναστηθωσιν, εαν δυνανται να σε σωσωσιν εν τω καιρω της συμφορας σου· διοτι κατα τον αριθμον των πολεων σου ησαν οι θεοι σου, Ιουδα.
28 Todavia onde estão teus deuses, que fizeste para ti? Deixe que eles se levantem, se podem salvar-te no tempo da tua aflição. Pois conforme o número de tuas cidades são os teus deuses, ó Judá.
29 Δια τι ηθελετε κριθη μετ' εμου; σεις παντες εισθε παραβαται εις εμε, λεγει Κυριος.
29 Por que debatereis comigo? Vós todos transgredistes contra mim, diz o SENHOR.
30 Εις ματην επαταξα τα τεκνα σας· δεν εδεχθησαν διορθωσιν· η μαχαιρα σας κατεφαγε τους προφητας σας ως λεων εξολοθρευων.
30 Em vão tenho eu afligido os vossos filhos. Eles não receberam correção. A vossa própria espada devorou os vossos profetas, como um leão destruidor.
31 Ω γενεα, ιδετε τον λογον του Κυριου· Εσταθην ερημος εις τον Ισραηλ, γη σκοτους; δια τι λεγει ο λαος μου, Ημεις ειμεθα κυριοι· δεν θελομεν ελθει πλεον προς σε;
31 Ó geração, vede vós a palavra do SENHOR. Tenho eu sido um deserto para Israel? Uma terra de escuridão? Por que diz o meu povo: Nós somos senhores. Nós não iremos nos aproximar de ti?
32 Δυναται η κορη να λησμονηση τους στολισμους αυτης, η νυμφη τον καλλωπισμον αυτης; και ομως ο λαος μου με ελησμονησεν ημερας αναριθμητους.
32 Pode uma donzela esquecer os seus ornamentos, ou uma noiva a vestimenta? Contudo meu povo me esqueceu por inumeráveis dias.
33 Δια τι καλλωπιζεις την οδον σου δια να ζητης εραστας; εις τροπον ωστε και εδιδαξας τας οδους σου εις τας κακας.
33 Por que tu ornamentas o teu caminho para buscar o amor? Portanto, também ensinaste aos perversos os teus caminhos.
34 Ετι εις τα κρασπεδα σου ευρεθησαν αιματα ψυχων πτωχων αθωων· δεν ευρηκα αυτα ανορυττων, αλλ' επι παντα ταυτα.
34 Também em tuas saias se achou o sangue das almas dos pobres inocentes. Eu não o descobri por uma busca secreta, mas tudo está sobre estes.
35 Και ομως λεγεις, Επειδη ειμαι αθωος, βεβαιως ο θυμος αυτου θελει αποστραφη απ' εμου. Ιδου, εγω θελω κριθη μετα σου, διοτι λεγεις, Δεν ημαρτησα.
35 Contudo tu dizes: Porque eu sou inocente certamente a sua ira se desviará de mim. Observa. Eu irei pleitear contigo, pois tu dizes: Eu não tenho pecado.
36 Δια τι περιπλανασαι τοσον δια να αλλαξης την οδον σου; θελεις καταισχυνθη και υπο της Αιγυπτου, καθως κατησχυνθης υπο της Ασσυριας.
36 Por que te desvias tanto para mudar o teu caminho? Tu também serás envergonhada por causa do Egito, como tu foste envergonhada por causa da Assíria.
37 Ναι, θελεις εξελθει εντευθεν με τας χειρας σου επι την κεφαλην σου· διοτι ο Κυριος απεβαλε τας ελπιδας σου και δεν θελεις ευημερησει εις αυτας.
37 Sim, tu sairás de lá com as mãos sobre tua cabeça. Pois o SENHOR rejeitou as tuas confianças, e tu não irás prosperar no meio deles.

Ler em outra tradução

Comparar com outra

Estude este capítulo no WhatsApp

Peça à IA da Bíblia Fala para explicar Jeremias 2, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.