Jeremias 12
Modern Greek (GREEK) vs NAA
1 Δικαιος εισαι Κυριε, οταν δικολογωμαι μετα σου· πλην ας διαλεχθω μετα σου περι των κρισεων σου· διατι η οδος των ασεβων ευοδουται; δια τι ευημερουσι παντες οι φερομενοι απιστως;
1 Justo serias, Senhor , se eu apresentasse a minha causa diante de ti. No entanto, preciso falar contigo a respeito da justiça. Por que o caminho dos ímpios prospera? Por que todos os traidores vivem em paz?
2 Εφυτευσας αυτους, μαλιστα ερριζωθησαν· αυξανουσι, μαλιστα καρποφορουσι· συ εισαι πλησιον του στοματος αυτων και μακραν απο των νεφρων αυτων.
2 Tu os plantas, e eles lançam raízes; crescem e dão fruto. Estás perto dos lábios deles, mas longe do coração.
3 Αλλα συ, Κυριε, με γνωριζεις· με ειδες και εδοκιμασας την καρδιαν μου ενωπιον σου· συρε αυτους ως προβατα δια σφαγην και ετοιμασον αυτους δια την ημεραν της σφαγης.
3 Mas tu, ó Senhor , me conheces; tu me vês e provas o que o meu coração sente em relação a ti. Arranca-os como ovelhas destinadas ao matadouro e separa-os para o dia da matança.
4 Εως ποτε θελει πενθει η γη, και ο χορτος παντος αγρου θελει ξηραινεσθαι δια την κακιαν των κατοιουντων εν αυτη; Ηφανισθησαν τα κτηνη και τα πτηνα, διοτι ειπον, δεν θελει ιδει τα εσχατα ημων.
4 Até quando a terra estará de luto, e se secará a erva de todo o campo? Os animais e as aves estão morrendo por causa da maldade dos moradores da terra, que dizem: “Deus não vê aquilo que nos espera.”
5 Εαν τρεξης μετα των πεζων και σε καμωσι να ατονησης, τοτε πως θελεις αντιπαραταχθη προς τους ιππους; και εαν απεκαμες εν τη γη της ειρηνης, εφ' ην ηλπιζες, τοτε πως θελεις καμει εις το φρυαγμα του Ιορδανου;
5 “Jeremias, se você se cansa correndo com homens que vão a pé, como poderá competir com os que vão a cavalo? Se em terra de paz você não se sente seguro, que fará na floresta do Jordão?
6 Διοτι και οι αδελφοι σου και ο οικος του πατρος σου και αυτοι εφερθησαν απιστως προς σε· ναι, αυτοι εβοησαν οπισθεν σου μεγαλοφωνως· μη πιστευσης αυτους, και αν λαλησωσι καλα προς σε.
6 Porque até mesmo os seus irmãos e a casa de seu pai estão sendo desleais para com você; eles o perseguem com fortes gritos. Não confie neles, ainda que lhe digam coisas boas.”
7 Εγκατελιπον τον οικον μου, αφηκα την κληρονομιαν μου, εδωκα την ηγαπημενην της ψυχης μου εις τας χειρας των εχθρων αυτης.
7 “Abandonei o meu templo, rejeitei a minha herança; entreguei aquela que eu mais amava nas mãos de seus inimigos.
8 Η κληρονομια μου εγεινεν εις εμε ως λεων εν δρυμω· εξεπεμψε την φωνην αυτης εναντιον μου· δια τουτο εμισησα αυτην.
8 A minha herança tornou-se para mim como um leão na floresta; levantou a voz contra mim, e por isso eu a odeio.
9 Η κληρονομια μου ειναι εις εμε ορνεον αρπακτικον, τα ορνεα κυκλω ειναι εναντιον αυτης· ελθετε, συναχθητε, παντα τα θηρια του αγρου, ελθετε να καταφαγητε αυτην.
9 A minha herança é para mim uma ave de rapina de várias cores contra a qual se ajuntam outras aves de rapina. Vão, pois, e reúnam todos os animais do campo; que eles venham para devorá-la.
10 Ποιμενες πολλοι διεφθειραν τον αμπελωνα μου, κατεπατησαν την μεριδα μου, κατεστησαν την μεριδα την επιθυμητην μου ερημον αβατον.
10 Muitos pastores destruíram a minha vinha e pisaram o meu campo; fizeram da porção que era o meu prazer um deserto.
11 Παρεδωκαν αυτην εις ερημωσιν· ερημωθεισα πενθει ενωπιον μου· πασα η γη ηρημωθη, διοτι δεν υπαρχει ο φροντιζων.
11 Eles a tornaram em desolação, e, no seu abandono, ela clama a mim; toda a terra está devastada, mas não há ninguém que se importe com isso.
12 Επι πασας τας υψηλας θεσεις της ερημου ηλθον οι λεηλαται· διοτι η μαχαιρα του Κυριου θελει καταφαγει απ' ακρου της γης εως ακρου της γης· εις ουδεμιαν σαρκα δεν θελει εισθαι ειρηνη.
12 Sobre todos os lugares altos do deserto vieram destruidores; porque a espada do de um a outro extremo da terra; não há paz para ninguém.
13 Εσπειραν σιτον αλλα θελουσι θερισει ακανθας· εκοπιασαν αλλα δεν θελουσιν ωφεληθη· και θελετε αισχυνθη δια τα προιοντα σας απο του φλογερου θυμου του Κυριου.
13 Semearam trigo e colheram espinhos; cansaram-se, mas sem proveito algum. Ficarão envergonhados das suas colheitas, por causa do furor da ira do
14 Ουτω λεγει ο Κυριος κατα παντων των κακων γειτονων μου, οιτινες εγγιζουσι την κληρονομιαν την οποιαν κληροδοτησα εις τον λαον μου τον Ισραηλ· Ιδου, θελω αποσπασει αυτους απο της γης αυτων, και θελω αποσπασει τον οικον Ιουδα εκ μεσου αυτων.
14 Assim diz o Senhor a respeito de todos os meus maus vizinhos, que se apoderam da minha herança, que deixei ao meu povo de Israel: — Eis que os arrancarei da sua terra, e arrancarei a casa de Judá do meio deles.
15 Και αφου αποσπασω αυτους, θελω επιστρεψει και ελεησει αυτους, και θελω επαναφερει εκαστον εις την κληρονομιαν αυτου και εκαστον εις την γην αυτου.
15 Depois de os haver arrancado, eu me voltarei e terei compaixão deles e os farei voltar, cada um à sua herança, cada um à sua terra.
16 Και εαν μαθωσι καλως τας οδους του λαου μου, να ομνυωσιν εις το ονομα μου, Ζη Κυριος, καθως εδιδαξαν τον λαον μου να ομνυη εις τον Βααλ, τοτε θελουσιν οικοδομηθη εν τω μεσω του λαου μου.
16 Se diligentemente aprenderem os caminhos do meu povo; se jurarem pelo meu nome, dizendo: “Tão certo como vive o Senhor ”, assim como no passado ensinaram o meu povo a jurar por Baal, então serão edificados no meio do meu povo.
17 Αλλ' εαν δεν υπακουσωσι, θελω αποσπασει ολοτελως και εξολοθρευσει το εθνος εκεινο, λεγει Κυριος.
17 Mas, se não quiserem ouvir, arrancarei essa nação; arrancarei e destruirei, diz o Senhor .
Atalhos do teclado
- Capítulo anterior←
- Próximo capítulo→
- Versículo anteriork
- Próximo versículoj
- Limpar seleçãoEsc
- Esta ajuda?
Estude este capítulo no WhatsApp
Peça à IA da Bíblia Fala para explicar Jeremias 12, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.