Jó 31
Modern Greek (GREEK) vs ARC
1 Εκαμον συνθηκην μετα των οφθαλμων μου· και πως να εχω τον στοχασμον μου επι παρθενον;
1 Fiz concerto com os meus olhos; como, pois, os fixaria numa virgem?
2 και τι το μεριδιον παρα Θεου ανωθεν; και η κληρονομια του Παντοδυναμου εκ των υψηλων;
2 Porque qual seria a parte de Deus vinda de cima, ou a herança do Todo-Poderoso desde as alturas?
3 Ουχι αφανισμος δια τον ασεβη; και ταλαιπωρια δια τους εργατας της ανομιας;
3 Porventura, não é a perdição para o perverso, e o desastre, para os que praticam iniquidade?
4 δεν βλεπει αυτος τας οδους μου και απαριθμει παντα τα βηματα μου;
4 Ou não vê ele os meus caminhos e não conta todos os meus passos?
5 Εαν περιεπατησα με ψευδος, η ο πους μου εσπευσεν εις δολον,
5 Se andei com vaidade, e se o meu pé se apressou para o engano
6 ας με ζυγιση δια της σταθμης της δικαιοσυνης και ας γνωριση ο Θεος την ακεραιοτητα μου·
6 (pese-me em balanças fiéis, e saberá Deus a minha sinceridade);
7 αν το βημα μου εξετραπη απο της οδου και η καρδια μου επηκολουθησε τους οφθαλμους μου, και αν κηλις προσεκολληθη εις τας χειρας μου·
7 se os meus passos se desviaram do caminho, e se o meu coração segue os meus olhos, e se às minhas mãos se apegou alguma coisa,
8 να σπειρω, και αλλος να φαγη· και να εκριζωθωσιν οι εκγονοι μου.
8 então, semeie eu, e outro coma, e seja a minha descendência arrancada até à raiz.
9 Αν η καρδια μου ηπατηθη υπο γυναικος, η παρεμονευσα εις την θυραν του πλησιον μου,
9 Se o meu coração se deixou seduzir por uma mulher, ou se eu andei rondando à porta do meu próximo,
10 η γυνη μου να αλεση δι' αλλον, και αλλοι να πεσωσιν επ' αυτην.
10 então, moa minha mulher para outro, e outros se encurvem sobre ela.
11 Διοτι μιαρον ανομημα τουτο και αμαρτημα καταδικον·
11 Porque isso seria uma infâmia e delito, pertencente aos juízes.
12 διοτι ειναι πυρ κατατρωγον μεχρις αφανισμου, και ηθελεν εκριζωσει παντα τα γεννηματα μου.
12 Porque é fogo que consome até à perdição e desarraigaria toda a minha renda.
13 Αν κατεφρονησα την κρισιν του δουλου μου η της δουλης μου, οτε διεφεροντο προς εμε,
13 Se desprezei o direito do meu servo ou da minha serva, quando eles contendiam comigo,
14 τι θελω καμει τοτε, οταν εγερθη ο Θεος; και οταν επισκεφθη, τι θελω αποκριθη προς αυτον;
14 então, que faria eu quando Deus se levantasse? E, inquirindo a causa, que lhe responderia?
15 Ο ποιησας εμε εν τη κοιλια, δεν εποιησε και εκεινον; και δεν εμορφωσεν ημας ο αυτος εν τη μητρα;
15 Aquele que me formou no ventre não o fez também a ele? Ou não nos formou do mesmo modo na madre?
16 Αν ηρνηθην την επιθυμιαν των πτωχων, η εμαρανα τους οφθαλμους της χηρας,
16 Se retive o que os pobres desejavam ou fiz desfalecer os olhos da viúva;
17 η εφαγον μονος τον αρτον μου, και ο ορφανος δεν εφαγεν εξ αυτου·
17 ou sozinho comi o meu bocado, e o órfão não comeu dele
18 διοτι ο μεν εκ νεοτητος μου ετρεφετο μετ' εμου, ως μετα πατρος, την δε εκ κοιλιας της μητρος μου ωδηγησα·
18 (porque desde a minha mocidade cresceu comigo como com seu pai, e o guiei desde o ventre da minha mãe);
19 αν ειδον τινα απολλυμενον δι' ελλειψιν ενδυματος η πτωχον χωρις σκεπασματος,
19 se a alguém vi perecer por falta de veste e, ao necessitado, por não ter coberta;
20 αν οι νεφροι αυτου δεν με ευλογησαν και δεν εθερμανθη με το μαλλιον των προβατων μου,
20 se os seus lombos me não abençoaram, se ele não se aquentava com as peles dos meus cordeiros;
21 αν εσηκωσα την χειρα μου κατα του ορφανου, βλεπων οτι υπερισχυον εν τη πυλη,
21 se eu levantei a mão contra o órfão, porque na porta via a minha ajuda,
22 να πεση ο βραχιων μου εκ του ωμου, και η χειρ μου να συντριφθη εκ του αγκωνος.
22 então, caia do ombro a minha espádua, e quebre-se o meu braço desde o osso.
23 Διοτι ο παρα του Θεου ολεθρος ητο εις εμε φρικη και δια την μεγαλειοτητα αυτου δεν ηθελον δυνηθη να ανθεξω.
23 Porque o castigo de Deus era para mim um assombro, e eu não podia suportar a sua grandeza.
24 Αν εθεσα εις το χρυσιον την ελπιδα μου, η ειπα προς το καθαρον χρυσιον, Συ εισαι το θαρρος μου,
24 Se no ouro pus a minha esperança ou disse ao ouro fino: Tu és a minha confiança;
25 αν ευφρανθην διοτι ο πλουτος μου ητο μεγας και διοτι η χειρ μου ευρηκεν αφθονιαν,
25 se me alegrei de que era muita a minha fazenda e de que a minha mão tinha alcançado muito;
26 αν εθεωρουν τον ηλιον αναλαμποντα η την σεληνην περιπατουσαν εν τη λαμπροτητι αυτης,
26 se olhei para o sol, quando resplandecia, ou para a lua, caminhando gloriosa;
27 και η καρδια μου εθελχθη κρυφιως, η με το στομα μου εφιλησα την χειρα μου,
27 e o meu coração se deixou enganar em oculto, e a minha boca beijou a minha mão,
28 και τουτο ηθελεν εισθαι ανομημα καταδικον· διοτι ηθελον αρνηθη τον Θεον τον Υψιστον.
28 também isto seria delito pertencente ao juiz; pois assim negaria a Deus, que está em cima.
29 Αν εχαρην εις τον αφανισμον του μισουντος με, η επεχαρην οτε ευρηκεν αυτον κακον·
29 Se me alegrei da desgraça do que me tem ódio, e se eu exultei quando o mal o achou
30 διοτι ουδε αφηκα το στομα μου να αμαρτηση, ευχομενος καταραν εις την ψυχην αυτου·
30 (também não deixei pecar o meu paladar, desejando a sua morte com maldição);
31 αν οι ανθρωποι της σκηνης μου δεν ειπον, τις θελει δειξει ανθρωπον μη χορτασθεντα απο των κρεατων αυτου;
31 se a gente da minha tenda não disse: Ah! Quem se não terá saciado com a sua carne!
32 Ο ξενος δεν διενυκτερευεν εξω· ηνοιγον την θυραν μου εις τον οδοιπορον·
32 O estrangeiro não passava a noite na rua; as minhas portas abria ao viandante.
33 αν εσκεπασα την παραβασιν μου ως ο Αδαμ, κρυπτων την ανομιαν μου εν τω κολπω μου·
33 Se, como Adão, encobri as minhas transgressões, ocultando o meu delito no meu seio,
34 διοτι μηπως εφοβουμην μεγα πληθος, η με ετρομαζεν η καταφρονησις των οικογενειων, ωστε να σιωπησω και να μη εκβω εκ της θυρας;
34 trema eu perante uma grande multidão, e o desprezo das famílias me apavore, e eu me cale, e não saia da porta.
35 Ω να ητο τις να με ηκουεν. Ιδου, η επιθυμια μου ειναι να απεκρινετο ο Παντοδυναμος εις εμε, και ο αντιδικος μου να εγραφε βιβλιον.
35 Ah! Quem me dera um que me ouvisse! Eis que o meu intento é que o Todo-Poderoso me responda e que o meu adversário escreva um livro.
36 Βεβαιως ηθελον βαστασει αυτο επι του ωμου μου, ηθελον περιδεσει αυτο στεφανον επ' εμε·
36 Por certo que o levaria sobre o meu ombro, sobre mim o ataria como coroa.
37 ηθελον φανερωσει προς αυτον τον αριθμον των βηματων μου· ως αρχων ηθελον πλησιασει εις αυτον.
37 O número dos meus passos lhe mostraria; como príncipe me chegaria a ele.
38 Αν ο αγρος μου καταβοα εναντιον μου και κλαιωσιν ομου οι αυλακες αυτου,
38 Se a minha terra clamar contra mim, e se os seus regos juntamente chorarem;
39 αν εφαγον τον καρπον αυτον χωρις μισθον, η εκαμον να εκβη η ψυχη των γεωργων αυτου,
39 se comi a sua novidade sem dinheiro e sufoquei a alma dos seus donos,
40 Ας φυτρωσωσι τριβολοι αντι σιτου και ζιζανια αντι κριθης. Ετελειωσαν οι λογοι του Ιωβ.
40 por trigo me produza cardos, e por cevada, joio. Acabaram-se as palavras de Jó.
Atalhos do teclado
- Capítulo anterior←
- Próximo capítulo→
- Versículo anteriork
- Próximo versículoj
- Limpar seleçãoEsc
- Esta ajuda?
Estude este capítulo no WhatsApp
Peça à IA da Bíblia Fala para explicar Jó 31, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.