Jonas 4
Modern Greek (GREEK) vs BKJ
1 Και ελυπηθη ο Ιωνας λυπην μεγαλην και ηγανακτησε.
1 Mas isso desagradou muito a Jonas, e ele ficou enfurecido.
2 Και προσηυχηθη προς τον Κυριον και ειπεν, Ω Κυριε, δεν ητο ουτος ο λογος μου, ενω ετι ημην εν τη πατριδι μου; δια τουτο προελαβον να φυγω εις Θαρσεις· διοτι εγνωριζον οτι συ εισαι Θεος ελεημων και οικτιρμων, μακροθυμος και πολυελεος και μετανοων δια το κακον.
2 E ele orou ao SENHOR, e disse: peço-te, ó SENHOR, não foi esta a minha fala, quando ainda estava em minha terra? Por isso fugi antes para Társis, pois sabia que és um Deus gracioso e misericordioso, tardio para se irar e de grande bondade, e que te arrependes do mal.
3 Και τωρα, Κυριε, λαβε, δεομαι σου, την ψυχην μου απ' εμου· διοτι ειναι καλλιον εις εμε να αποθανω παρα να ζω.
3 Por isso agora, ó SENHOR, eu te imploro, tira-me a vida, pois é melhor para mim morrer do que viver.
4 Και ειπε Κυριος, Ειναι καλον να αγανακτης;
4 E disse o SENHOR: fazes bem em ficar irado?
5 Και εξηλθεν Ιωνας απο της πολεως και εκαθησε κατα το ανατολικον μερος της πολεως, και εκει εκαμεν εις εαυτον καλυβην και εκαθητο υποκατω αυτης εν τη σκια, εωσου ιδη τι εμελλε να γεινη εις την πολιν.
5 Então Jonas saiu da cidade, e sentou-se no lado leste da cidade; ali fez para si uma tenda, e sentou-se debaixo dela, à sombra, até ver o que aconteceria à cidade.
6 Και διεταξε Κυριος ο Θεος κολοκυνθην και εκαμε να αναβη επανωθεν του Ιωνα, δια να ηναι σκια υπερανω της κεφαλης αυτου, δια να ανακουφιση αυτον απο της θλιψεως αυτου. Και εχαρη ο Ιωνας δια την κολοκυνθην χαραν μεγαλην.
6 E o SENHOR Deus preparou uma aboboreira, e a fez nascer por cima de Jonas, para que fizesse sombra sobre sua cabeça, a fim de o livrar de seu enfado; assim Jonas se alegrou demasiadamente por causa da aboboreira.
7 Και διεταξεν ο Θεος σκωληκα, οτε εχαραξεν η αυγη της επαυριον· και επαταξε την κολοκυνθην και εξηρανθη.
7 Mas Deus preparou um verme quando a manhã subiu no dia seguinte, o qual feriu a aboboreira, e esta se secou.
8 Και καθως ανετειλεν ο ηλιος, διεταξεν ο Θεος ανεμον ανατολικον καυστικον· και προσεβαλεν ο ηλιος επι την κεφαλην του Ιωνα, ωστε ωλιγοψυχησε· και εζητησεν εν τη ψυχη αυτου να αποθανη, και ειπεν, Ειναι καλλιον εις εμε να αποθανω παρα να ζω.
8 E aconteceu que, quando o sol apareceu, Deus preparou um forte vento do leste; e o sol feriu a cabeça de Jonas, que desmaiou, e desejou com toda a sua alma morrer, dizendo: é melhor para mim morrer do que viver.
9 Και ειπεν ο Θεος προς τον Ιωναν, ειναι καλον να αγανακτης δια την κολοκυνθην; Και ειπε, Καλον ειναι να αγανακτω εως θανατου.
9 E Deus disse a Jonas: fazes bem em ficar irado por causa da aboboreira? E ele disse: faço bem em ficar irado, até a morte.
10 Και ειπε Κυριος, Συ ελυπηθης υπερ της κολοκυνθης, δια την οποιαν δεν εκοπιασας, αλλ' ουδε εκαμες αυτην να αυξηση, ητις εγεννηθη εν μια νυκτι και εν μια νυκτι εχαθη.
10 E disse o SENHOR: tu tiveste pena da aboboreira, na qual não trabalhaste, nem a fizeste crescer; que nasceu em uma noite, e em uma noite pereceu;
11 Και εγω δεν επρεπε να λυπηθω υπερ της Νινευη, της πολεως της μεγαλης, εν η υπαρχουσι πλειοτεροι των δωδεκα μυριαδων ανθρωπων, οιτινες δεν διακρινουσι την δεξιαν αυτων απο της αριστερας αυτων, και κτηνη πολλα;
11 E não deveria eu poupar Nínive, aquela grande cidade, onde estão mais de cento e vinte mil pessoas que não sabem discernir entre a sua mão direita e a sua mão esquerda, e também muitos animais?
Atalhos do teclado
- Capítulo anterior←
- Próximo capítulo→
- Versículo anteriork
- Próximo versículoj
- Limpar seleçãoEsc
- Esta ajuda?
Estude este capítulo no WhatsApp
Peça à IA da Bíblia Fala para explicar Jonas 4, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.