Isaías 41
Modern Greek (GREEK) vs BKJ
1 Σιωπατε ενωπιον μου, νησοι· οι λαοι ας ανανεωσωσι δυναμιν· και ας πλησιασωσι και τοτε ας λαλησωσιν· ας προσελθωμεν ομου εις κρισιν.
1 Mantenham silêncio diante de mim, ó ilhas, e deixem os povos renovarem sua força. Deixem se aproximarem; então deixem que eles falem: Deixem-nos aproximar juntamente para julgamento.
2 Τις ηγειρε τον δικαιον απο της ανατολης, προσεκαλεσεν αυτον κατα ποδας αυτου, παρεδωκεν εις αυτον τα εθνη και κατεστησεν αυτον κυριον επι τους βασιλεις; τις παρεδωκεν αυτους εις την μαχαιραν αυτου ως χωμα, και εις το τοξον αυτου ως αχυρον ωθουμενον απο ανεμου;
2 Quem suscitou o justo homem proveniente do Leste, chamou-o a andar nos Seus passos, deu as nações perante ele e fê-lo governar sobre reis? Ele os deu como pó para sua espada e como restolho impelido para seu arco.
3 Κατεδιωξεν αυτους και διηλθεν ασφαλως δια της οδου, την οποιαν δεν ειχε περιπατησει με τους ποδας αυτου.
3 Ele os perseguiu e passou em segurança, pelo caminho que ele não tinha percorrido com seus pés.
4 Τις ενηργησε και εκαμε τουτο, καλων τας γενεας απ' αρχης; Εγω ο Κυριος, ο πρωτος και ο μετα των εσχατων· εγω αυτος.
4 Quem tem forjado e feito isto, chamando as gerações desde o início? Eu o SENHOR, o primeiro, e com o último. Eu Sou Ele.
5 Αι νησοι ειδον και εφοβηθησαν· τα περατα της γης ετρομαξαν, επλησιασαν και ηλθον.
5 As ilhas viram isto e temeram. Os confins da terra tiveram medo, aproximaram-se e vieram.
6 Εβοηθησαν εκαστος τον πλησιον αυτου· και ειπε προς τον αδελφον αυτου, Ισχυε.
6 Eles ajudaram cada um ao seu vizinho e cada um disse a seu irmão: Seja valente!
7 Και ο ξυλουργος ενισχυε τον χρυσοχοον και ο λεπτυνων με την σφυραν, τον σφυροκοπουντα επι τον ακμονα, λεγων, Καλον ειναι δια την συγκολλησιν· και στερεονει αυτο με καρφια, δια να μη κινηται.
7 Então, o carpinteiro encorajou o ourives, e o que uniformiza com o martelo ao que golpeou a bigorna dizendo: Isto está pronto para a solda. E ele a fixou com pregos de forma que não se mova.
8 Αλλα συ, Ισραηλ, δουλε μου, Ιακωβ, εκλεκτε μου, το σπερμα Αβρααμ του αγαπητου μου,
8 Porém, tu, Israel, és meu servo, Jacó a quem eu tenho escolhido, a semente de Abraão, meu amigo.
9 συ, τον οποιον ελαβον εκ των ακρων της γης και σε εκαλεσα εκ των εσχατων αυτης και σοι ειπα, Συ εισαι ο δουλος μου· εγω σε εξελεξα και δεν θελω σε απορριψει·
9 Tu, a quem eu tenho tomado desde os confins da terra, e te chamado dentre os principais homens daquele lugar, e disse a ti: Tu és meu servo. Eu tenho te escolhido e não te rejeitarei.
10 μη φοβου· διοτι εγω ειμαι μετα σου· μη τρομαζε· διοτι εγω ειμαι ο Θεος σου· σε ενισχυσα· μαλιστα σε εβοηθησα· μαλιστα σε υπερησπισθην δια της δεξιας της δικαιοσυνης μου.
10 Não temas tu, porque eu estou contigo. Não estejas aterrorizado, porque eu sou teu Deus. Eu te fortalecerei. Sim, eu te ajudarei. Sim, eu te susterei com a mão direita da minha justiça.
11 Ιδου, παντες οι ωργισμενοι κατα σου θελουσι καταισχυνθη και εντραπη· θελουσιν εισθαι ως μηδεν· και οι αντιδικοι σου θελουσιν αφανισθη.
11 Eis que todos eles que estavam enfurecidos contra ti serão envergonhados e confundidos. Eles serão como nada, e aqueles que lutam contra ti perecerão.
12 Θελεις ζητησει αυτους και δεν θελεις ευρει αυτους, τους εναντιουμενους εις σε· οι πολεμουντες κατα σου θελουσι γεινει μηδεν και ως εξουθενημα.
12 Tu os buscarás e não os encontrarás, aqueles que lutaram contigo. Aqueles que guerreiam contra ti serão como nada, e como coisa nenhuma.
13 Διοτι εγω Κυριος ο Θεος σου ειμαι ο κρατων την δεξιαν σου, λεγων προς σε, Μη φοβου· εγω θελω σε βοηθησει.
13 Porque eu, o SENHOR teu Deus, segurarei tua mão direita, dizendo-te: Não temas, eu te ajudarei.
14 Μη φοβου, σκωληξ Ιακωβ, θνητοι του Ισραηλ· εγω θελω σε βοηθει, λεγει ο Κυριος· και λυτρωτης σου ειναι ο Αγιος του Ισραηλ.
14 Não temas, tu, verme Jacó, e vós, homens de Israel. Eu te ajudarei, diz o SENHOR e teu Redentor, o Santo de Israel.
15 Ιδου, εγω θελω σε καμει νεον κοπτερον αλωνιστηριον οργανον οδοντωτον· θελεις αλωνισει τα ορη και λεπτυνει αυτα, και θελεις καμει τους λοφους ως λεπτον αχυρον.
15 Eis que Eu farei de ti um novo e afiado instrumento de debulha tendo dentes. Tu debulharás os montes e os rebaixarás, e tornarás as colinas como palha dos cereais.
16 Θελεις ανεμισει αυτα και ο ανεμος θελει σηκωσει αυτα και ο ανεμοστροβιλος θελει διασκορπισει αυτα· συ δε θελεις ευφρανθη εις τον Κυριον και θελεις δοξασθη εν τω Αγιω του Ισραηλ.
16 E tu os joeirarás, e o vento os arrebatará, e o furacão os espalhará. E tu regozijar-te-ás no SENHOR e gloriarás no Santo de Israel.
17 Οταν οι πτωχοι και ενδεεις ζητησωσιν υδωρ και δεν υπαρχη, η γλωσσα δε αυτων ξηραινηται υπο διψης, εγω ο Κυριος θελω εισακουσει αυτους, ο Θεος του Ισραηλ δεν θελω εγκαταλειψει αυτους.
17 Quando o pobre e necessitado buscar água, e não houver nenhuma, e a sua língua falhar por sede; Eu, o SENHOR, os ouvirei; Eu, o Deus de Israel, não os abandonarei.
18 Θελω ανοιξει ποταμους εν υψηλοις τοποις και πηγας εν μεσω των κοιλαδων· θελω καμει την ερημον λιμνας υδατων και την ξηραν γην πηγας υδατων.
18 Eu abrirei rios nos lugares altos e fontes no meio dos vales. Eu tornarei o deserto um reservatório de água e a terra seca fontes de água.
19 Εν τη ερημω θελω εμφυτευσει την κεδρον, το δενδρον της σιττης και τον μυρτον και την ελαιαν· εν τη ακατοικητω γη θελω βαλει την ελατον, την πευκην και τον πυξον ομου·
19 Eu plantarei no deserto o cedro, a árvore de acácia, e a murta e a oliveira. Eu disporei juntamente no deserto o cipreste, e o pinheiro, e o buxo.
20 δια να ιδωσι και να γνωρισωσι και να στοχασθωσι και να εννοησωσιν ομου, οτι η χειρ του Κυριου εκαμε τουτο και ο Αγιος του Ισραηλ εδημιουργησεν αυτο.
20 Para que eles possam ver, e saibam, e ponderem a respeito, e entendam juntamente que a mão do SENHOR tem feito isto, e o Santo de Israel o tem criado.
21 Παραστησατε την δικην σας, λεγει Κυριος· προφερετε τα ισχυρα σας επιχειρηματα, λεγει ο βασιλευς του Ιακωβ.
21 Apresentai vossa causa, diz o SENHOR. Produzi vossas fortes razões, diz o Rei de Jacó.
22 Ας πλησιασωσι και ας δειξωσιν εις ημας τι θελει συμβη· ας αναγγειλωσι τα προτερα, τι ησαν, δια να στοχασθωμεν αυτα και να γνωρισωμεν τα εσχατα αυτων· η ας αναγγειλωσι προς ημας τα μελλοντα.
22 Deixem-nos produzi-las e mostrem-nos o que irá acontecer. Deixem mostrar as coisas anteriores, o que elas são, que nós possamos ponderar a respeito delas e possamos saber o ponto final delas. Ou declarem-nos coisas que virão.
23 Αναγγειλατε τα συμβησομενα εις το μετεπειτα, δια να γνωρισωμεν οτι εισθε θεοι· καμετε ετι καλον η καμετε κακον, δια να θαυμασωμεν και να ιδωμεν ομου.
23 Mostrai as coisas que virão, a fim de que possamos saber que vós sois deuses. Sim, façam bem ou façam mal, para que nós possamos estar atônitos e observemos este feito juntamente.
24 Ιδου, σεις εισθε ολιγωτερον παρα το μηδεν, και το εργον σας χειροτερον παρα το μηδεν· οστις σας εκλεγει, ειναι βδελυγμα.
24 Eis que vós nada sois, e vosso trabalho nulo. Uma abominação é aquele que vos escolhe.
25 Ηγειρα ενα εκ βορρα και θελει ελθει· απ' ανατολων ηλιου θελει επικαλεισθαι το ονομα μου· και θελει πατησει επι τους ηγεμονας ως επι πηλον και ως ο κεραμευς καταπατει τον αργιλον.
25 Eu tenho suscitado um proveniente do norte e ele virá. Desde o nascer do sol ele invocará meu nome. E ele esmagará príncipes como alguém sobre o pilão e como o oleiro pisa o barro.
26 Τις ανηγγειλε ταυτα απ' αρχης, δια να γνωρισωμεν; και προ του καιρου, δια να ειπωμεν, αυτος ειναι ο δικαιος; Αλλ' ουδεις ο αναγγελλων· αλλ' ουδεις ο διακηρυττων· αλλ' ουδεις ο ακουων τους λογους σας.
26 Quem tem declarado desde o início, para que possamos saber? E antigamente para que nós possamos dizer: Ele é justo? Sim, não há ninguém que mostre. Sim, não há ninguém que declare. Sim, não há ninguém que ouça vossas palavras.
27 Εγω ο πρωτος θελω ειπει προς την Σιων, Ιδου, ιδου, ταυτα· και θελω δωσει εις την Ιερουσαλημ τον ευαγγελιζομενον.
27 O primeiro dirá para Sião: Observai, observai essas coisas. E eu darei para Jerusalém um que traz boas novas.
28 Διοτι εθεωρησα και δεν ητο ουδεις, ναι, μεταξυ αυτων, αλλα δεν υπηρχε συμβουλος δυναμενος να αποκριθη λογον, οτε ηρωτησα αυτους.
28 Porque eu observei e não havia nenhum homem, exatamente entre eles, e não havia nenhum conselheiro que, quando perguntei por eles, pudesse responder uma palavra.
29 Ιδου, παντες ειναι ματαιοτης, τα εργα αυτων μηδεν· τα χωνευτα αυτων ανεμος και ματαιοτης.
29 Eis que eles são todos vaidade. Suas obras são nada. Suas imagens fundidas são vento e confusão.
Atalhos do teclado
- Capítulo anterior←
- Próximo capítulo→
- Versículo anteriork
- Próximo versículoj
- Limpar seleçãoEsc
- Esta ajuda?
Estude este capítulo no WhatsApp
Peça à IA da Bíblia Fala para explicar Isaías 41, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.