Isaías 40
Modern Greek (GREEK) vs BKJ
1 Παρηγορειτε, παρηγορειτε τον λαον μου, λεγει ο Θεος σας.
1 Consolai, consolai o meu povo, diz vosso Deus.
2 Λαλησατε παρηγορητικα προς την Ιερουσαλημ, και φωνησατε προς αυτην, οτι ο καιρος της ταπεινωσεως αυτης επληρωθη, οτι η ανομια αυτης συνεχωρηθη· διοτι ελαβεν εκ της χειρος Κυριου διπλασιον δια πασας τας αμαρτιας αυτης.
2 Falai agradavelmente a Jerusalém, e gritai-lhe que sua contenda há terminado de forma favorável, que a iniquidade dela está perdoada, porque ela tem recebido da mão do SENHOR o dobro por todos os seus pecados.
3 Φωνη βοωντος εν τη ερημω, Ετοιμασατε την οδον του Κυριου. ευθειας καμετε εν τη ερημω τας τριβους του Θεου ημων.
3 A voz daquele que clama no deserto: Preparai vós o caminho do SENHOR, fazei reta no deserto uma estrada para nosso Deus.
4 Πασα φαραγξ θελει υψωθη και παν ορος και βουνος θελει ταπεινωθη· και τα σκολια θελουσι γεινει ευθεα· και οι τραχεις τοποι ομαλοι·
4 Todo vale será elevado e todo monte e colina será rebaixada; e o torto será feito reto e os lugares ásperos planos.
5 και η δοξα του Κυριου θελει φανερωθη και πασα σαρξ ομου θελει ιδει· διοτι το στομα του Κυριου ελαλησε.
5 E a glória do SENHOR será revelada, e toda carne a verá juntamente, porque a boca do SENHOR tem falado isto.
6 Φωνη λεγουσα, Φωνησον· και ειπε, Τι να φωνησω; πασα σαρξ ειναι χορτος και πασα η δοξα αυτης ως ανθος του αγρου.
6 A voz disse: Clama. E ele disse: O que devo eu clamar? Toda carne é erva e toda a sua formosura é como a flor do campo.
7 Ο χορτος εξηρανθη, το ανθος εμαρανθη· διοτι πνευμα Κυριου επνευσεν επ' αυτο· χορτος τη αληθεια ειναι ο λαος.
7 A erva seca, a flor murcha, pois o Espírito do SENHOR sopra sobre ela. Certamente o povo é erva.
8 Ο χορτος εξηρανθη, το ανθος εμαρανθη· ο λογος ομως του Θεου ημων μενει εις τον αιωνα.
8 A erva seca, a flor murcha. Mas a palavra do nosso Deus permanecerá para sempre.
9 Συ, ο φερων εις την Σιων αγαθας αγγελιας, αναβα εις το ορος το υψηλον· συ, ο φερων αγαθας αγγελιας εις την Ιερουσαλημ, υψωσον ισχυρως την φωνην σου· υψωσον· μη φοβου· ειπε προς τας πολεις του Ιουδα, Ιδου, ο Θεος υμων.
9 Ó Sião, que traz boas novas, sobe tu em direção ao alto monte. Ó Jerusalém, que traz boas novas, ergue tua voz com força, ergue-a, não estejas atemorizada. Dize para as cidades de Judá: Eis vosso Deus!
10 Ιδου, Κυριος ο Θεος θελει ελθει μετα δυναμεως και ο βραχιων αυτου θελει εξουσιαζει δι' αυτον· ιδου, ο μισθος αυτου ειναι μετ' αυτου και η αμοιβη αυτου ενωπιον αυτου.
10 Eis que o Senhor DEUS virá com forte mão, e seu braço governará por ele. Eis que seu galardão está com ele e sua obra o precede!
11 Θελει βοσκησει το ποιμνιον αυτου ως ποιμην· θελει συναξει τα αρνια δια του βραχιονος αυτου και βαστασει εν τω κολπω αυτου· και θελει οδηγει τα θηλαζοντα.
11 Ele alimentará seu rebanho como um pastor. Ele ajuntará os cordeiros com seu braço e os carregará em seu colo, e conduzirá gentilmente aquelas que estão com cria.
12 Τις εμετρησε τα υδατα εν τω κοιλωματι της χειρος αυτου και εσταθμισε τους ουρανους με την σπιθαμην και συμπεριελαβεν εν μετρω το χωμα της γης και εζυγισε τα ορη δια στατηρος και τους λοφους δια πλαστιγγος;
12 Quem tem medido as águas na concha de sua mão, e repartido o céu em porções com a palma da mão, e incluído o pó da terra em uma medida, e pesado os montes e as colinas em balanças?
13 Τις εσταθμισε το πνευμα του Κυριου η εγεινε συμβουλος αυτου και, εδιδαξεν αυτον;
13 Quem tem dirigido o Espírito do SENHOR ou, sendo seu conselheiro, o tem ensinado?
14 Μετα τινος συνεβουλευθη, και τις εσυνετισεν αυτον και εδιδαξεν αυτον την οδον της κρισεως και παρεδωκεν εις αυτον επιστημην και εδειξεν εις αυτον την οδον της συνεσεως;
14 Com quem tomou ele conselho, e quem o instruiu e o ensinou na vereda de juízo, e o ensinou conhecimento e mostrou a ele o caminho de entendimento?
15 Ιδου, τα εθνη ειναι ως σανις απο καδου και λογιζονται ως η λεπτη σκονη της πλαστιγγος· ιδου, η μετατοπιζει τας νησους ως σκονην.
15 Eis que as nações são como uma gota de um balde, e são consideradas como o pó fino da balança. Eis que Ele ergue as ilhas como uma coisa muito pequena.
16 Και ο Λιβανος δεν ειναι ικανος εις καυσιν ουδε τα ζωα αυτου ικανα εις ολοκαυτωμα.
16 E o Líbano não é suficiente para queimar, nem os animais daquele lugar suficientes para uma oferta queimada.
17 Παντα τα εθνη ενωπιον αυτου ειναι ως μηδεν· λογιζονται παρ' αυτω ολιγωτερον παρα το μηδεν και την ματαιοτητα.
17 Todas as nações perante ele são como nada, e para ele elas são consideradas menos do que nada e vaidade.
18 Με τινα λοιπον θελετε εξομοιωσει τον Θεον; η τι ομοιωμα θελετε προσαρμοσει εις αυτον;
18 A quem então vós ireis comparar Deus? A que semelhança ireis compará-lo?
19 Ο τεχνιτης χωνευει εικονα γλυπτην, και ο χρυσοχοος εκτεινει χρυσον επ' αυτην και χυνει αργυρας αλυσεις.
19 O trabalhador funde uma imagem esculpida, e o ourives a reveste com ouro e molda cadeias de prata.
20 Ο πτωχος καμνων προσφοραν εκλεγει ξυλον ασηπτον· και ζητει εις εαυτον επιδεξιον τεχνιτην, δια να κατασκευαση εικονα γλυπτην μη σαλευομενην.
20 Aquele que é tão empobrecido, que não tem oblação, escolhe uma árvore que não irá apodrecer. Ele busca para si um trabalhador com destreza para preparar uma imagem esculpida que não terá movimento.
21 Δεν εγνωρισατε; δεν ηκουσατε; δεν ανηγγελθη προς εσας εξ αρχης; δεν ενοησατε απο καταβολης της γης;
21 Não tendes vós conhecido? Não tendes vós ouvido? Não vos tem sido contado desde o início? Não tendes vós compreendido desde as fundações da terra?
22 Αυτος ειναι ο καθημενος επι τον γυρον της γης και οι κατοικοι αυτης ειναι ως ακριδες· ο εκτεινων τους ουρανους ως παραπετασμα και εξαπλονων αυτους ως σκηνην προς κατοικησιν·
22 Ele é o que se assenta sobre o círculo da terra e os habitantes desta são como locustas; que distende os céus como uma cortina e os estende como uma tenda para habitar nela.
23 ο φερων τους ηγεμονας εις το μηδεν και καθιστων ως ματαιοτητα τους κριτας της γης.
23 Que reduz os príncipes a nada. Ele torna os juízes da terra como sem valor.
24 Αλλ' ουδε θελουσι φυτευθη· αλλ' ουδε θελουσι σπαρθη· αλλ' ουδε θελει ριζωθη εν τη γη το στελεχος αυτων· μονον να πνευση επ' αυτους, θελουσι παραυτα ξηρανθη και ο ανεμοστροβιλος θελει αναρπασει αυτους ως αχυρον.
24 Sim, eles não serão plantados. Sim, eles não serão semeados. Sim, seu tronco não se enraizará na terra e ele também soprará sobre eles e eles murcharão, e o furacão os removerá como restolho.
25 Με τινα λοιπον θελετε με εξομοιωσει και θελω εξισωθη; λεγει ο Αγιος.
25 Diz o Santo: A quem então vós me comparareis ou será igual a mim?
26 Σηκωσατε υψηλα τους οφθαλμους σας και ιδετε, τις εποιησε ταυτα; Ο εξαγων το στρατευμα αυτων κατα αριθμον· ο ονομαστι καλων ταυτα παντα εν τη μεγαλειοτητι της δυναμεως αυτου, διοτι ειναι ισχυρος εις εξουσιαν· δεν λειπει ουδεν.
26 Erguei vossos olhos para o alto e observai quem criou estas coisas, que faz surgir seu exército pelo número. Ele as chama todas pelos nomes, pela grandeza de seu poder, porque ele é forte em poder. Nenhuma deixa de apresentar-se.
27 Δια τι λεγεις, Ιακωβ, και λαλεις, Ισραηλ, Η οδος μου ειναι κεκρυμμενη απο του Κυριου και η κρισις μου παραμελειται υπο του Θεου μου;
27 Por que tu dizes, ó Jacó, e tu falas, ó Israel: Meu caminho está escondido do SENHOR, e meu juízo está omitido do meu Deus?
28 Δεν εγνωρισας; δεν ηκουσας, οτι ο αιωνιος Θεος, ο Κυριος, ο Ποιητης των ακρων της γης, δεν ατονει και δεν αποκαμνει; δεν εξιχνιαζεται η φρονησις αυτου.
28 Tu não tens conhecido? Tu não tens ouvido que o eterno Deus, o SENHOR, o Criador dos confins da terra não desfalece, nem está cansado? Não há quem perscrute seu entendimento.
29 Διδει ισχυν εις τους ητονημενους και αυξανει την δυναμιν εις τους αδυνατους.
29 Ele dá poder ao desfalecido, e para aqueles que não têm nenhum vigor ele aumenta força.
30 Και οι νεοι θελουσιν ατονησει και αποκαμει, και οι εκλεκτοι νεοι θελουσιν αδυνατησει πανταπασιν·
30 Até os jovens irão desfalecer e estarão cansados, e os homens jovens cairão completamente.
31 αλλ' οι προσμενοντες τον Κυριον θελουσιν ανανεωσει την δυναμιν αυτων· θελουσιν αναβη με πτερυγας ως αετοι· θελουσι τρεξει και δεν θελουσιν αποκαμει· θελουσι περιπατησει και δεν θελουσιν ατονησει.
31 Porém, aqueles que esperam no SENHOR renovarão as suas forças. Eles se elevarão com asas como águias, eles correrão e não estarão cansados, e eles caminharão e não desfalecerão.
Atalhos do teclado
- Capítulo anterior←
- Próximo capítulo→
- Versículo anteriork
- Próximo versículoj
- Limpar seleçãoEsc
- Esta ajuda?
Estude este capítulo no WhatsApp
Peça à IA da Bíblia Fala para explicar Isaías 40, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.