Cânticos 3

Modern Greek (GREEK) vs BKJ

Sair da comparação
1 Την νυκτα επι της κλινης μου εζητησα εκεινον, τον οποιον αγαπα η ψυχη μου· εζητησα αυτον και δεν ευρηκα αυτον.
1 De noite, em minha cama, busquei aquele a quem a minha alma ama; busquei-o, mas não o encontrei.
2 Θελω σηκωθη τωρα και περιελθει την πολιν, εν ταις αγοραις και εν ταις πλατειαις· θελω ζητησει εκεινον, τον οποιον αγαπα η ψυχη μου· εζητησα αυτον και δεν ευρηκα αυτον.
2 Levantar-me-ei agora, e andarei pela cidade, nas ruas; e pelos largos procurarei aquele a quem a minha alma ama; busquei-o, mas não o encontrei.
3 Με ευρηκαν οι φυλακες οι περιερχομενοι την πολιν. Μη ειδετε εκεινον, τον οποιον αγαπα η ψυχη μου;
3 Os guardas que rondam a cidade me encontraram; e eu lhes perguntei: Vistes aquele a quem a minha alma ama?
4 Αφου ολιγον επερασα απ' αυτων, ευρηκα εκεινον, τον οποιον αγαπα η ψυχη μου· επιασα αυτον και δεν αφηκα αυτον, εωσου εισηγαγον αυτον εις τον οικον της μητρος μου, και εις τον κοιτωνα της συλλαβουσης με.
4 Por pouco apartei-me deles, e então encontrei aquele a quem a minha alma ama; agarrei-o, e não o larguei, até que o trouxe à casa de minha mãe, e à câmara daquela que me concebeu.
5 Σας ορκιζω, θυγατερες Ιερουσαλημ, εις τας δορκαδας και εις τας ελαφους του αγρου, να μη εξεγειρητε μηδε να εξυπνησητε την αγαπην μου, εωσου θεληση.
5 Conjuro-vos, ó filhas de Jerusalém, pelas gazelas e cervas do campo, que não desperteis, e nem acordeis o meu amor, até que ele queira.
6 Τις αυτη, η αναβαινουσα απο της ερημου ως στυλοι καπνου, τεθυμιαμενη με σμυρναν και λιβανον, με πασαν αρωματικην σκονην του μυρεψου;
6 Quem é esta que sai do deserto, como colunas de fumaça, perfumada com mirra, e incenso, com todos os pós dos mercadores?
7 Ιδου, η κλινη του Σολομωντος· εξηκοντα δυνατοι ανδρες ειναι περι αυτην, εκ των δυνατων του Ισραηλ·
7 Eis aí a liteira de Salomão; sessenta homens valentes estão ao redor dela, dos valentes de Israel;
8 Παντες ουτοι κρατουσι ρομφαιαν, δεδιδαγμενοι πολεμον· εκαστος εχει την ρομφαιαν αυτου επι τον μηρον αυτου δια νυκτερινους φοβους.
8 todos eles carregam espadas, são experientes na guerra; cada homem com a sua espada sobre a coxa, por causa do medo à noite.
9 Ο βασιλευς Σολομων εκαμεν εις εαυτον φορειον εκ ξυλων του Λιβανου·
9 O rei Salomão fez para si uma carruagem de madeira do Líbano.
10 τους στυλους αυτου εκαμεν εξ αργυρου, το ανακλιντηριον αυτου εκ χρυσου, την στρωμνην αυτου εκ πορφυρας· το μεσον αυτου ητο εγκεκοσμημενον ερασμιως υπο των θυγατερων της Ιερουσαλημ.
10 Ele fez os pilares de prata, o fundo de ouro, a cobertura de púrpura, o meio revestido com amor, para as filhas de Jerusalém.
11 Εξελθετε και ιδετε, θυγατερες Σιων, τον βασιλεα Σολομωντα εν τω διαδηματι, με το οποιον εστειλεν αυτον η μητηρ αυτου εν τη ημερα της νυμφευσεως αυτου και εν τη ημερα της ευφροσυνης της καρδιας αυτου.
11 Saí, ó filhas de Sião, e contemplai ao rei Salomão com a coroa com que o coroou a sua mãe no dia do seu desposório, e no dia do júbilo do seu coração.

Ler em outra tradução

Comparar com outra

Estude este capítulo no WhatsApp

Peça à IA da Bíblia Fala para explicar Cânticos 3, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.