1 Samuel 5
Modern Greek (GREEK) vs BKJ
1 Οι δε Φιλισταιοι ελαβον την κιβωτον του Θεου και εφεραν αυτην απο Εβεν-εζερ εις Αζωτον.
1 E os filisteus levaram a arca de Deus, e a trouxeram de Ebenézer até Asdode.
2 Και ελαβον οι Φιλισταιοι την κιβωτον του Θεου και εφεραν αυτην εις τον οικον του Δαγων, και εθεσαν αυτην πλησιον του Δαγων.
2 Quando os filisteus levaram a arca de Deus, eles a trouxeram à casa de Dagom, e a puseram junto a Dagom.
3 Και οτε οι Αζωτιοι εσηκωθησαν ενωρις την επαυριον, ιδου, ο Δαγων πεσμενος κατα προσωπον αυτου επι της γης ενωπιον της κιβωτου του Κυριου. Και λαβοντες τον Δαγων, κατεστησαν αυτον εις τον τοπον αυτου.
3 E, quando os de Asdode se levantaram pela manhã, eis que Dagom estava caído com a face em terra diante da arca do SENHOR. E eles pegaram Dagom, e o colocaram no seu lugar novamente.
4 Και την επαυριον οτε εσηκωθησαν ενωρις το πρωι, ιδου, ο Δαγων πεσμενος κατα προσωπον αυτου επι της γης ενωπιον της κιβωτου του Κυριου· και η κεφαλη του Δαγων και αι δυο παλαμαι των χειρων αυτου αποκεκομμεναι επι του κατωφλιου· μονον ο κορμος του Δαγων εναπεμεινεν εις αυτον.
4 E quando eles se levantaram cedo pela manhã, eis que Dagom estava caído com a face em terra diante da arca do SENHOR; e a cabeça de Dagom e ambas as palmas das suas mãos estavam cortadas sobre a soleira; somente o tronco de Dagom lhe foi deixado.
5 Δια τουτο εν τη Αζωτω οι ιερεις του Δαγων, και πας ο εισερχομενος εις τον οικον του Δαγων, δεν πατουσιν εις το κατωφλιον του Δαγων εως της ημερας ταυτης.
5 Portanto, nem os sacerdotes de Dagom, nem qualquer pessoa que entrava na casa de Dagom, pisava na soleira de Dagom em Asdode até este dia.
6 Και επεβαρυνθη η χειρ του Κυριου επι τους Αζωτιους, και εξωλοθρευσεν αυτους και επαταξεν αυτους με αιμορροιδας, την Αζωτον και τα ορια αυτης.
6 Porém, a mão do SENHOR foi pesada sobre os de Asdode, e ele os destruiu, e os feriu com hemorroidas, até Asdode e os seus termos.
7 Και οτε ειδον οι ανδρες της Αζωτου οτι εγεινεν ουτως, ειπον, Η κιβωτος του Θεου του Ισραηλ δεν θελει κατοικει μεθ' ημων· διοτι η χειρ αυτου εσκληρυνθη εφ' ημας και επι τον Δαγων τον θεον ημων.
7 E, quando os homens de Asdode viram que assim era, eles disseram: A arca do Deus de Israel não permanecerá conosco; pois a sua mão é severa sobre nós, e sobre Dagom, nosso deus.
8 Οθεν αποστειλαντες εσυναξαν προς εαυτους παντας τους σατραπας των Φιλισταιων και ειπον, Τι θελομεν καμει εις την κιβωτον του Θεου του Ισραηλ; οι δε ειπον, Η κιβωτος του Θεου του Ισραηλ ας μετακομισθη εις Γαθ. Και μετεκομισαν την κιβωτον του Θεου του Ισραηλ.
8 Então eles enviaram, e reuniram consigo todos os senhores dos filisteus, e disseram: O que faremos com a arca do Deus de Israel? E eles responderam: Que a arca do Deus de Israel seja carregada até Gate. E eles carregaram a arca do Deus de Israel para lá.
9 Αφου δε μετεκομισαν αυτην, η χειρ του Κυριου ητο εναντιον της πολεως με ολεθρον μεγαν σφοδρα· και επαταξε τους ανδρας της πολεως, απο μικρου εως μεγαλου, και εξεφυησαν εις αυτους αιμορροιδες.
9 E assim foi que, depois de eles a terem carregado, a mão do SENHOR foi contra a cidade com uma destruição muitíssimo grande; e ele feriu os homens da cidade, tanto os pequenos como os grandes, e eles tiveram hemorroidas nas suas partes secretas.
10 Δια τουτο απεστειλαν την κιβωτον του Θεου εις Ακκαρων. Και ως ηλθεν η κιβωτος του Θεου εις Ακκαρων, οι Ακκαρωνιται εβοησαν, λεγοντες, Εφεραν την κιβωτον του Θεου του Ισραηλ εις ημας, δια να θανατωση ημας και τον λαον ημων.
10 Portanto, enviaram a arca de Deus para Ecrom. E sucedeu que, assim que a arca de Deus chegou a Ecrom, os ecromitas clamaram, dizendo: Trouxeram a arca do Deus de Israel até nós para matar a nós e ao nosso povo.
11 Και αποστειλαντες εσυναξαν παντας τους σατραπας των Φιλισταιων και ειπον, Αποπεμψατε την κιβωτον του Θεου του Ισραηλ, και ας επιστρεψη εις τον τοπον αυτης, δια να μη θανατωση ημας και τον λαον ημων· διοτι ητο τρομος θανατου εφ' ολην την πολιν· η χειρ του Θεου ητο εκει βαρεια σφορα.
11 Assim, eles enviaram e reuniram todos os senhores dos filisteus, e disseram: Mandai embora a arca do Deus de Israel, e deixem que volte para o seu próprio lugar, para que ela não mate a nós e ao nosso povo; pois havia uma destruição mortal em toda a cidade; a mão de Deus fora mui pesada ali.
12 Και οι ανδρες οσοι δεν απεθανον, εκτυπηθησαν απο αιμορροιδας· και η κραυγη της πολεως ανεβη εις τον ουρανον.
12 E os homens que não morreram foram feridos com hemorroidas; e o clamor da cidade subiu até o céu.
Atalhos do teclado
- Capítulo anterior←
- Próximo capítulo→
- Versículo anteriork
- Próximo versículoj
- Limpar seleçãoEsc
- Esta ajuda?
Estude este capítulo no WhatsApp
Peça à IA da Bíblia Fala para explicar 1 Samuel 5, comparar traduções ou montar um estudo — tudo direto pelo WhatsApp.